Αγιοβασιλέματα

Φέτος το βιβλίο που μου έκλεψε την καρδιά και με έκανε να νιώσω ξανά παιδί ήταν χωρίς αμφιβολία τα «Αγιοβασιλέματα» της Μαριέττας Κόντου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε εικονογράφηση του Βασίλη Κουτσογιάννη. Ούτως ή άλλως, όμως, όποτε έχω την ευκαιρία να ακούσω τη Μαριέττα, είτε από κοντά είτε on line, πάντοτε με μαγεύει με όσα λέει, καθώς είναι άνθρωπος πολυδιαβασμένος… Αν διαβάσεις το βιογραφικό της θα καταλάβεις αμέσως γιατί νιώθω τόσο κοντά της, κι ας μη γνωριζόμαστε καν! Όσο για τον χαρισματικό Βασίλη Κουτσογιάννη, απορώ πώς άργησα να τον γνωρίσω… Αν δεις τα βιογραφικά μας, θα αντιληφθείς πως η Μαριέττα με περνάει δέκα χρόνια κι ο Βασίλης είναι κατά δέκα χρόνια μικρότερός μου…  Και παρά το νεαρό της ηλικίας του, είναι οξυδερκέστατος και με αποστομώνει, όπως και η Μαριέττα…

 

Κυρία Κοντού, γιατί η Ερμιόνη δεν θέλει να την… επισκεφθεί φέτος ο Άη Βασίλης;

Η Ερμιόνη μεγαλώνει, εξερευνά, ανακαλύπτει και θέλει να μάθει το πώς και το γιατί των πραγμάτων. Θέλει, λοιπόν, να πάει εκείνη στον Άη Βασίλη για να δει πού μένει, να τον γνωρίσει στο χώρο του, να τον φέρει στα μέτρα της και από πνεύμα, ιδέα και παράδοση να τον κάνει φίλο, θείο και προέκταση του παππού, γήινο και προσιτό!

Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε μια… ανάποδη εκδοχή, καθώς η Ερμιόνη αναλαμβάνει πρωτοβουλία και αποφασίζει να επισκεφθεί η ίδια τον Άη Βασίλη;

Από παιδί συνήθιζα να διαβάζω τα πράγματα ανάποδα και τα έφερνα στα ίσια τους, όταν ήμουν σίγουρη και είχα πειστεί. Ο τρόπος αυτός με διασκέδαζε, αλλά και μ’ έκανε να νιώθω ότι κάθε φορά έκανα και μια σκανταλιά, κάτι ανορθόδοξο σε σχέση με αυτό που μου ζητούσαν οι άλλοι. Πίστευα πως έτσι γνώριζα τον κόσμο καλύτερα, με τους δικούς μου όρους. Όταν μεγάλωσα κατάλαβα ότι η χρήση του παράδοξου είναι κάτι που διασκεδάζει όλα τα παιδιά κι ενισχύει την έμφυτη τάση τους για παρατήρηση, ενώ παράλληλα ανοίγει και το εύρος των επιλογών τους, σαν παράθυρο ελευθερίας στην αντίληψη και έτσι το υιοθέτησα στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μαζί τους.

Ποιες περιπέτειες θα ζήσει η Ερμιόνη;

Η Ερμιόνη θα κλείσει τα μάτια, θα ονειρευτεί, θα πετάξει, θα προσγειωθεί, θα θυμηθεί, θα εξερευνήσει, θα αναζητήσει, θα πιστέψει, θα αμφισβητήσει, θα βοηθήσει, θα ελευθερώσει, θα χαρίσει, θα εμπιστευτεί, θα ανακαλύψει, θα θαυμάσει, θα αποχαιρετήσει, θα επιστρέψει και θα αγαπήσει ξανά με άλλους όρους, αλλά με το ίδιο πάθος!

Τι θα μάθει στο τέλος, τι θα δει αλλιώς;

Το τι θα μάθει στο τέλος δεν το αποκαλύπτουμε, για να μπορέσει ο αναγνώστης να το διαβάσει ανεπηρέαστος. Το σίγουρο είναι ότι μετά την χριστουγεννιάτική της περιπέτεια είναι πια σίγουρη ότι υπάρχει το καλό, το θαύμα και η πίστη και ότι μπορεί να τα αναζητήσει και να τα βρει παντού γύρω της, αλλά και μέσα της, αρκεί να ψάξει…

Πώς προέκυψε η αναφορά στον αλυσοδεμένο ελέφαντα του Μπουκάι, ο οποίος δεν έφευγε από το τσίρκο όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά γιατί έτσι έμαθε;

Αρχετυπικά θεωρώ τον ελέφαντα ένα πολύ ισχυρό σύμβολο υπομονής, ψυχικής δύναμης, μνήμης, σοφίας και αξιοπρέπειας. Ο Μπουκάι σαν ψυχοθεραπευτής έκανε χρήση της παλιάς λαϊκής ιστορίας που πηγάζει από την προφορική παράδοση, του αλυσοδεμένου ελέφαντα του τσίρκου, προκειμένου να εξηγήσει στον θεραπευόμενο ότι οι περιορισμοί που βιώνουμε στη ζωή μας πολύ συχνά προέρχονται από παιδικές απαγορεύσεις που μας στέρησαν τη μελλοντική μας ελευθερία. Στη δική μου ιστορία κρατώ τη  βιωματική μου ανάμνηση της μελαγχολίας που ένιωθα, όποτε επισκεφτόμουν τσίρκο στα παιδικά μου χρόνια και την παιδική μου βεβαιότητα πως ήταν ένα φοβερό λάθος των μεγάλων να βασανίζουν έτσι τα ζώα. Στα μάτια μου τότε τα ζώα φάνταζαν πραγματικοί ήρωες, σίγουρα ανώτεροι από τους ανθρώπους, που δεν στέκονταν αντάξιοι των προσδοκιών μου και το σύμβολο της ριγέ τέντας του τσίρκου μού έγινε απωθητικό, σχεδόν μισητό. Ο ελέφαντας της ιστορίας μου αποκαθίσταται από ένα παιδί, αγνό και αθώο και παίρνει πίσω τη χαμένη του ελευθερία και αξιοπρέπεια, όπως του αξίζει, όπως αξίζει σε κάθε άνθρωπο να πάρει πίσω τη χαμένη του ελευθερία που ίσως του στέρησαν όταν ήταν παιδί…

«Έριξε μια ματιά στη φαντασία και το όνειρο, για να μην ξεχάσει τίποτα…». Πόσο σημαντική είναι η καλλιέργεια της φαντασίας για τους μικρούς αναγνώστες;

Η φαντασία είναι δώρο δοσμένο γενναιόδωρα στον άνθρωπο και στα παιδιά ακόμη πιο πολύ! Φτερά για ονείρεμα, εργαλείο δημιουργικότητας, εισιτήριο αυτοπεποίθησης και εξερεύνησης των απεριόριστων διαδρομών της χαράς και του μοιράσματος. Χωρίς αυτήν μεγαλώνουμε παιδιά φτωχά και στερημένα. Χρέος των ενηλίκων είναι η τροφοδότηση και η διευκόλυνση των παιδιών στο να την καλλιεργούν κάθε στιγμή, κάθε λεπτό του μεγαλώματός τους και προς τον εαυτό τους να την προστατεύουν και να μην τη λησμονούν, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή τους…

Μοιραστείτε μαζί μας μια αγαπημένη παράγραφο από τα Αγιοβασιλέματα…

«Θέλω να έρθω εγώ εκεί και να σου φέρω τα δικά μου δώρα: ναυτικό καπέλο το παππού που το αγαπούσε πολύ και του έφερνε γούρι όταν έπαιζε τάβλι και η αλήθεια είναι ότι όποτε το φορούσε κέρδιζε πάντα και πιστεύω ότι θα ήθελε πολύ να το πάρεις εσύ! Και μια καλοκαιρινή βερμούδα θαλασσί και σαγιονάρες για να ξεκουράζεσαι! Γιατί κι έτσι θα μου άρεσες, θαλασσινός! Και που ξέρεις, μπορεί να ξεκλέψεις χρόνο να έρθεις και το καλοκαίρι, να σε πάω στο νησί μου, να σου δείξω τα αγαπημένα μου μέρη, να τα αγαπήσεις όπως κι εγώ και να μου υποσχεθείς ότι θα προσπαθήσεις να έρχεσαι κι άλλες μέρες του χρόνου  και όχι μόνο Χριστούγεννα, σαν αγαπημένος θείος, χωρίς δώρα, μόνο για την παρέα. Ίσως τότε να μη μελαγχολώ τόσο όταν οι γιορτές τελειώνουν που το σπίτι ξεστολίζεται και μοιάζει λιγότερο χαμογελαστό, εσύ φεύγεις μακριά κι εγώ πρέπει να σε περιμένω έναν ολόκληρο χρόνο για να βάλω τα καλά μου, να φάω όσα γλυκά θέλω, να μείνω ξύπνια μέχρι αργά και να σε ξαναδώ…»

Ποιο ήταν το αγαπημένο σας βιβλίο, όταν ήσασταν μικρή;

Ο μικρός πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupery. Και ως ενήλικη παρέμεινε το αγαπημένο μου.

Σε ποιο παραμύθι θα θέλατε να τρυπώσετε για λίγο;

Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας του Ρόαλντ Νταλ, για ευνόητους λόγους!

Ποιο βιβλίο θα θέλατε να έχετε γράψει;

Μάντεψε πόσο σ’ αγαπώ του Sam Mc Bratney για την ιδέα, τη σύλληψη, την απλότητα και την αλήθεια του.

Ποιους συγγραφείς ξεχωρίζετε και παρακολουθείτε ανελλιπώς;

Αγαπώ την εποχή που μεγάλωσα, αγαπώ και τους συγγραφείς της που κουβαλούσαν βιώματα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά που μου ήταν γνώριμα και αναγνωρίσιμα μαζί. Διαβάζοντας Διδώ Σωτηρίου μάθαινα για την ιστορία των παππούδων μου και διαβάζοντας Άλκη Ζέη ή Ζώρζ Σαρρή για την εποχή που είχαν γεννηθεί οι γονείς μου. Ο καθένας με το ύφος του, αλλά σε μια γλώσσα που σεβόταν το παιδικό κοινό και ταυτόχρονα απευθυνόταν και σε ενηλίκους με ευκολία. Τότε τα παιδικά βιβλία ήταν λιγότερο παιδιάστικα και αυτό μου άρεσε. Το απολάμβανα και σε μεγάλο βαθμό με καθόρισε.

Μιλήστε μας για τα μελλοντικά σας σχέδια…

Να γράφω, να διαβάζω, να ταξιδεύω, να θυμάμαι, να φροντίζω, να εκτιμώ, να προχωρώ, να μαθαίνω, να μεγαλώνω, με αυτήν ή και όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά…

 

Κύριε Κουτσογιάννη, πώς «έδεσαν» οι αλήθειες και η μαγεία της Μαριέττας Κόντου με την εικονογράφησή σας;

Νιώθω ότι έγινε πολύ εύκολα και αβίαστα. Αυτό είναι το καλύτερο σενάριο για έναν εικονογράφο, να μην χρειάζεται να παιδευτεί πολύ στο κομμάτι της ταύτισης με το κείμενο. Τώρα το πώς ακριβώς έγινε αυτό το δέσιμο δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το εξηγήσω. Γενικά με συγκινούν τα ευγενικά και συμπεριληπτικά κείμενα. Έπειτα είναι τα χρώματα και η αίσθηση που βγάζουν οι λέξεις στα «Αγιοβασιλέματα». Νομίζω αν βρεις ένα κομμάτι σου, έστω και μικρό, μέσα σε μία ιστορία, αυτομάτως δημιουργείται ένας δεσμός, ικανός να κάνει ένα βιβλίο να λειτουργεί. Εγώ βρήκα ένα μεγάλο κομμάτι μου μέσα στο κείμενο της Μαριέττας, οπότε ίσως κάπως έτσι συνέβη το δέσιμο στο οποίο αναφέρεστε.

Δουλέψατε την εικονογράφηση κατόπιν συζητήσεων με τη συγγραφέα ή μόνος σας με μόνο υλικό το κείμενο;

Το κείμενο άρχισα να το δουλεύω μόνος μου. Μου δόθηκε αυτή η ελευθερία να προτείνω ανεπηρέαστος το εικονογραφικό στυλ, με μόνο οδηγό τη χρωματική παλέτα, για την οποία είχαμε ήδη αποφασίσει ότι θα ήταν περιορισμένη. Συζήτησα πρώτα, βέβαια, αρκετά με την… Ερμιόνη (την ηρωίδα του βιβλίου) και κυρίως με τον Πολύβιο (το κουνέλι της). Στη συνέχεια μοιράστηκα τις προτάσεις μου με τη Μαριέττα, η οποία βλέποντας ότι βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος με εμπιστεύτηκε μέχρι το τέλος και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Λόγω των συνθηκών μάλιστα ακόμη δεν έχω καταφέρει να βρεθώ από κοντά μαζί της και προς το παρόν συνυπάρχουμε διαδικτυακά μονάχα. Ωστόσο, την νιώθω πολύ κοντά μου, σαν να την ήξερα κάπως από πάντα.

Ποιος ήταν ο λόγος που επιλέξατε την παλέτα των τεσσάρων συγκεκριμένων χρωμάτων (κόκκινο, μαύρο, γκρι και άσπρο);

Ο περιορισμός της χρωματικής παλέτας είχε ήδη αποφασιστεί πριν ξεκινήσω να δουλεύω το βιβλίο. «Ας είναι ασπρόμαυρο, με λίγο χρώμα ίσως, επιλεκτικά» Το κόκκινο υπήρχε ήδη παντού μέσα στο κείμενο, αρκετές λέξεις είχαν ήδη μπογιατιστεί με αυτό από τη Μαριέττα, οπότε είπα να κρατήσω την εικονογράφηση σε αυτήν την παλέτα, που μου έδινε την ευκαιρία να παίξω, εναλλάσσοντας άσπρο, μαύρο, γκρι και κόκκινο, με άπειρους συνδυασμούς.

Για ποιο λόγο ο Άη Βασίλης δεν απεικονίζεται σε όλο το βιβλίο παρά μόνο αμυδρά στο εξώφυλλο;

Αυτό ουσιαστικά το πρότεινε εξαρχής η Μαριέττα με το κείμενό της. Ένα κείμενο που πέραν από τις υπόλοιπες αρετές του, κρύβει και μια μαγεία -περιέργως- βγαλμένη από τη ζωή. Τα μεγάλα, τα σημαντικά, αυτά που μας ορίζουν, δεν φαίνονται πάντα ξεκάθαρα, δεν «κάνουν θόρυβο». Αν αποφασίσεις, όμως, να τα κοιτάξεις, μπορείς να τα δεις και πάλι ο καθένας θα τα δει διαφορετικά. Λάτρεψα αυτήν την επιλογή που σου δίνει απλόχερα το κείμενο. Ουσιαστικά όλες οι λέξεις «χορεύουν» γύρω από τον Άη Βασίλη και ο χορός αυτός είναι που έχει εν τέλει σημασία. Είπα, λοιπόν, να χορέψω στον ρυθμό που μου πρότεινε εμμέσως η Μαριέττα. Έτσι όντως τον Άη Βασίλη θα τον δείτε να αχνοφαίνεται μονάχα στο εξώφυλλο και σε μια μικρή κορνιζούλα κάπου (σας αφήνω να την ανακαλύψετε μόνοι σας μέσα στις σελίδες!). Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι απίθανο να τον δείτε και αλλού, προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά, γενικώς.

Ποιους Έλληνες εικονογράφους ξεχωρίζετε;

Στον χώρο του βιβλίου με αγγίζει πολύ ο τρόπος που εικονογραφεί ο Πέτρος Μπουλούμπασης, η Ίριδα Σαμαρτζή, ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, η Ιφιγένεια Καμπέρη, ο Δημήτρης Μαστώρος. Στο  πιο ευρύ φάσμα της εικονογράφησης ξεχωρίζω τον Κώστα Κυριακάκη, την Loukoumh, την Ελένη Γεωργιάδου, τον Σταύρο Δάμο και πολλούς άλλους, που ξεχνάω σίγουρα ή που δουλεύουν για σχεδιαστικά γραφεία, οπότε δεν ξέρω τα ονόματά τους.

 

Η Μαριέττα Κόντου γεννήθηκε κατακαλόκαιρο του ’72 στην Αθήνα και είναι ακόμη πολύ κοντά στο «τότε»… Ανήκει στη γενιά της «Αθλητικής Κυριακής», του Carnation, του «Λόλα, να ένα μήλο», του φυτολόγιου, των λευκωμάτων με τις αφιερώσεις, των εικόνων της Sarah Kay και των βιβλίων της Πηνελόπης Δέλτα, της Άλκης Ζέη και της Ζωρζ Σαρή. Θυμάται ακόμη την ασπρόμαυρη τηλεόραση, τις ελληνικές ταινίες του Σαββατοκύριακου και το Θέατρο της Δευτέρας. Έζησε τις δασείες, τις οξείες, τις περισπωμένες και τις σχολικές ποδιές. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε το μεταπτυχιακό της στη Συστημική Θεραπεία Ζεύγους και Οικογένειας και το διδακτορικό της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το παραδοσιακό της παραμύθι Τα λευκά φτερά της Κορακίνας τιμήθηκε με εύφημη μνεία το 2014 από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά.

Ο Βασίλης Κουτσογιάννης γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Ξεκίνησε να σχεδιάζει από μικρό παιδί. Στο νηπιαγωγείο οι δαχτυλομπογιές του προκαλούσαν πανικό. Με την εικονογράφηση ασχολήθηκε πιο ενεργά το 2013. Αντιλήφθηκε πως μπορούσε να δώσει μια άλλη διάσταση σ’ ένα ήδη υπάρχον έργο και αυτό τον έκανε να αρχίσει να ονειρεύεται.

 

Η Βικτωρία Αλεξίου διατηρεί τον βιβλιοφιλικό λογαριασμό στο Instagram @alexiouvictoria

(Visited 124 times, 1 visits today)

Leave A Comment