Αλεξάνδρεια

 

Η Δήμητρα Ιωάννου σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται επαγγελματικά με τη Σωματική Ψυχοθεραπεία και τη Βιοανάδραση. Η μελέτη των ανθρώπινων σχέσεων, συμπεριφορών και διαδράσεων ανέκαθεν τη γοήτευε, ενώ το γράψιμο είναι το μεγάλο της πάθος. Η αγάπη της για την Ελλάδα είναι ριζωμένη βαθιά μέσα της, γι’ αυτό και ερευνά επίμονα τη λαογραφία και τα μυστικά κάθε γωνιάς της. Είναι ένας τόσο θετικός άνθρωπος, που εκτιμώ βαθύτατα. Με αφορμή το βιβλίο της «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ – Γητειές, μάγια και μπαχάρια», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός , συναντηθήκαμε και ταξιδέψαμε νοερά στην Αλεξάνδρεια του 1948 και στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60…

 

Αντιλαμβάνομαι πως με αυτό το βιβλίο επισκέπτεστε τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού σας. Γιατί… Αλεξάνδρεια -και δη  Αλεξάνδρεια του ΄48- λοιπόν;

Στην Αλεξάνδρεια γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα μου. Μπορείτε να φανταστείτε, λοιπόν, πόσο σημαντικός και αγαπημένος είναι για εμένα αυτός ο τόπος. Πολλές μνήμες, πολλά βιώματα, δικά της και της οικογένειάς της. Συζητήσαμε πολύ κατά τη διάρκεια της συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου, μοιραστήκαμε τις αναμνήσεις της κι ένιωσα να έρχομαι ακόμη πιο κοντά σ’ εκείνη και στις ρίζες μου.

Είναι μια έμμεση πατρίδα για εσάς. Την εξερευνήσατε; Σας βοήθησαν άνθρωποι της Αλεξάνδρειας σε αυτό το συγκινητικό ταξίδι;

Στάθηκα πολύ τυχερή, γιατί έχω εξαιρετικούς φίλους που γεννήθηκαν και έζησαν στην Αλεξάνδρεια. Κάποιοι από αυτούς εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη και στην Αίγυπτο γενικότερα. Καθώς δεν μπόρεσα να ταξιδέψω λόγω της πανδημίας, εκείνοι έγιναν τα μάτια μου και τα αυτιά μου, λύνοντας με μεγάλη προθυμία κάθε απορία μου για την Αλεξάνδρεια. Ειλικρινά νιώθω ευγνώμων για τη φιλία τους και τους ευχαριστώ έναν έναν ονομαστικά στο βιβλίο.

Ποια η δική σας σχέση με την Αλεξάνδρεια σήμερα;

Νιώθω παιδί της και την αγαπώ πολύ! Με συγκινεί να την επισκέπτομαι και ιδίως εκείνα τα μέρη στα οποία έζησε η οικογένειά μου. Στα «δικά μας» μέρη. Όπως σημείωσα και παραπάνω, η πανδημία μπορεί να καθυστέρησε το ταξίδι μου, όμως ανυπομονώ να βρεθώ σύντομα στην αγκαλιά της!

Ωστόσο, μας ταξιδεύετε και στην Αθήνα τη δεκαετία του ’60, καθώς οι ήρωες διαβλέπουν πως πρέπει «να την αποχαιρετήσουν την Αλεξάνδρεια που φεύγει», όπως γράφει κι ο Αλεξανδρινός ποιητής. Ποιος ο λόγος που επιλέξατε τη συγκεκριμένη εποχή;

Είναι ακριβώς η εποχή των μεταβολών. Μετά το πραξικόπημα των Ελεύθερων Αξιωματικών και την ανατροπή της μοναρχίας στην Αίγυπτο, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ανεπιστρεπτί για τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς που ζούσαν στη Αλεξάνδρεια. Κάπως έτσι σχηματίστηκε σιγά σιγά ένα μεταναστευτικό κύμα που κορυφώθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Ήταν ακριβώς η εποχή που γύρισε και η οικογένεια της μητέρας μου στην Ελλάδα. Έτσι, λοιπόν, ένιωσα πως θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον σύγχρονο αναγνώστη μια γεύση του ιστορικού πλαισίου μέσα από την ιστορία της Ισιδώρας και της Ραλλούς.

Κάνατε έρευνα προκειμένου να μας μεταφέρετε στη συγκεκριμένη εποχή;

Ήμουν τυχερή, καθώς είχα μια εξαιρετική πηγή μέσα στο σπίτι μου. Είχα ακούσει μια πλειάδα ιστοριών από τη μητέρα, τη γιαγιά μου και τις φίλες τους, που έρχονταν για να μας επισκεφτούν. Μέρη, γεγονότα, άνθρωποι, συμβάντα. Είναι απίστευτο τι μπορεί να κρατήσει το μυαλό ενός παιδιού και πόσο έντονα είχα διατηρήσει στη μνήμη μου την ενέργεια της πόλης εκείνης της εποχής. Φυσικά, πριν από τη συγγραφή του βιβλίου διάβασα βιβλιογραφία, είδα ντοκιμαντέρ και συνομίλησα με ανθρώπους που γνώριζαν πολύ καλά την Αλεξάνδρεια.

Δύο γυναίκες, μια αμύθητη περιουσία, ένα όνομα… Συστήστε μας τις δύο ηρωίδες σας και μιλήστε μας για τη σχέσητους.

Μια γυναίκα ρίχνεται επίτηδες στις ρόδες ενός αυτοκινήτου και αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ραλλού, που μοιάζει να έχει εμφανιστεί από το πουθενά, γνωρίζει τη σπουδαία κληρονόμο Ισιδώρα Κοσμίδη, με την οποία μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Οι δυο γυναίκες γίνονται φίλες και η πρώτη θα προσπαθήσει να αρπάξει την περιουσία της δεύτερης με ολέθρια αποτελέσματα. Τα ζοφερά σχέδια της Ραλλούς στηρίζει η φατρία του Δράκου, μια πανίσχυρη οικογένεια μαγισσών που κινείται στο σκοτάδι, ενώ στο πλευρό της Ισιδώρας στέκεται η εξίσου ισχυρή φατρία του Κύκνου που βαδίζει στο φως. Παρακολουθούμε έναν αγώνα επικράτησης που ξεκινά στην Αλεξάνδρεια του 1948 και φτάνει ως την Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όπου γίνεται η τελική αναμέτρηση ανάμεσα στις δυο τους.

Τι μπορεί αλήθεια να προκαλέσει το κυνήγι μιας αμύθητης περιουσίας;

Σκεφτείτε το λίγο… Ποιος άγεται και φέρεται από την απληστία; Ποιος ποθεί να συσσωρεύσει αγαθά και ακόμη περισσότερο να αρπάξει κάτι που δεν του ανήκει; Προφανώς εκείνος που έχει τεράστια κενά στην ψυχή του. Εκείνος που δεν αγαπήθηκε. Εκείνος που έχει θυμώσει, που έχει πικραθεί από τον τρόπο που τον έχουν αντιμετωπίσει, ίσως κιόλας από την αρχή της ζωής του, που έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και που θέλει διακαώς να αποδείξει ότι τελικά ΑΞΙΖΕΙ.

Μιλήστε μας για το φως και το σκοτάδι που ενυπάρχουν στις ηρωίδες σας…

Παρότι ίδιες εξωτερικά, δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο εσωτερικά. Οι δυο τους είναι το άσπρο και το μαύρο. Το καλό και το κακό. Το φως και το σκοτάδι. Η νηνεμία και η καταιγίδα. Το δίκαιο και το άδικο. Η μια πλησιάζει την άλλη με δόλο. Στην αρχή φιλιώνουν αλλά μετά οι μάσκες πέφτουν και ο αγώνας ξεκινά. Ποια θα επικρατήσει; Θα αποδυναμώσει το φως της Ισιδώρας τη Ραλλού ή θα καταπιεί το σκοτάδι της Ραλλούς την Ισιδώρα; Η συνέχεια στο βιβλίο…

Πόσο δύσκολο ήταν να φωτίσετε όλες τις πτυχές του ψυχισμού της Ραλλούς;

Με τη Ραλλού ένιωθα να πατώ σε κινούμενη άμμο ανά πάσα στιγμή. Ένιωθα πως βρίσκομαι σε μια αρένα και πολεμούσα μαζί της ασταμάτητα. Η αναμέτρηση δεν ήταν διόλου εύκολη. Εκείνη ήταν απρόβλεπτη, δυνατή, ολοσκότεινη αλλά στιγμές στιγμές και πολύ γοητευτική. Άλλαζε διαρκώς τους κανόνες του παιχνιδιού κι εγώ προσπαθούσα να την προλάβω, να την καταλάβω και να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα. Η ψυχή μου «γδάρθηκε» από τη Ραλλού αλλά το πλάσιμο ενός τέτοιου ψυχισμού και η ολοκλήρωση της ιστορίας με ικανοποίησε απόλυτα. Παρότι έχω πει επανειλημμένα να ευχόμαστε να μη συναντήσουμε στον δρόμο μας έναν άνθρωπο σαν τη Ραλλού, εντούτοις η σμίλευση ενός τέτοιου χαρακτήρα είναι μια δυνατή πρόκληση για έναν δημιουργό.

Η αστρονομία και οι δοξασίες της Αιγύπτου πλέκονται αρμονικά στο βιβλίο σας. Υπάρχει τελικάαληθινή μαγεία;

Προσωπικά θα έλεγα πως η μαγεία υπάρχει και βρίσκεται στις καρδιές μας. Φυσικά υπάρχει κι εκείνο το άλλο είδος μαγείας που εμπεριέχεται στο βιβλίο. Τα μάγια, τα ξόρκια, τα φίλτρα, οι μυστικές συνταγές, όλα αυτά αποτελούν ένα ιδιαίτερο κομμάτι της λαογραφικής παράδοσης που επηρεάζουν ιδιαίτερα την ανθρώπινη συνείδηση. Πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν έλξη και παράλληλα φόβο και δέος με τη μαγεία, με την οποία προσπαθούσαν να αποφύγουν το κακό και να ελέγξουν το μέλλον και το πεπρωμένο τους. Η μαγεία μεταφερόταν μυστικά από γενιά σε γενιά μέσω εκείνων των λίγων που κληρονομούσαν τη γνώση. Μελέτησα πολύ γι’ αυτό το θέμα και συνομίλησα με διάφορους ανθρώπους. Σκοπός μου δεν ήταν να κρίνω αλλά να αποτυπώσω μια δυνατή ιστορία στο χαρτί.

Η Βιοανάδραση και οι γνώσεις σας στην Ψυχολογία σάς βοήθησαν στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Θα έλεγα πως ιδιαίτερα η ψυχολογία είναι ένα μεγάλο όπλο στη φαρέτρα ενός δημιουργού που θέλει να σκιαγραφήσει ανάγλυφους χαρακτήρες. Ο χαρακτήρας της αθώας και άπειρης Ισιδώρας εξελίσσεται δυναμικά μέσα στις σελίδες του βιβλίου κι εγώ έστεκα δίπλα της και την παρακολουθούσα να αλλάζει, να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της και να βρίσκει την πραγματική της δύναμη. Από την άλλη, η παθολογία του χαρακτήρα της Ραλλούς απαιτούσε ιδιαίτερο χειρισμό και αποφασιστικούς ελιγμούς. Ήταν περίπλοκο καθήκον η δημιουργία των δυο βασικών ηρωίδων αλλά στο τέλος βίωσα μεγάλη ικανοποίηση και λύτρωση.

Πώς γεννήθηκε η επιθυμία σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Νομίζω πως η συγγραφή υπήρχε ανέκαθεν στο αίμα μου. Θυμάμαι ξεκάθαρα την αίσθηση, όταν έγραψα την πρώτη μου λέξη στο τετράδιο. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας μου ένιωσα μια συγκίνηση που δε χωρούσε σε λέξεις, λες και είχα ξαφνικά αποκτήσει μια σπουδαία δύναμη με το μολύβι και το χαρτί, ένα συναίσθημα που ποτέ δεν έπαψε να με ακολουθεί. Γιατί φυσικά ο γραπτός λόγος είναι σπουδαία δύναμη για όλους μας και εγώ δε σταμάτησα να γράφω από τότε!

Ποιος ο ορισμός της συγγραφής για εσάς;

Για μένα προσωπικά; Η δική μου ψυχοθεραπεία. Ειλικρινά ανυπομονώ για την ώρα που θα δραπετεύσω για λίγο από την πραγματικότητα και τις υποχρεώσεις μου και θα βυθιστώ σε έναν άλλον ονειρικό κόσμο. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενδύομαι τα ιμάτια των ηρώων μου, πονώ και χαίρομαι μαζί τους, ώσπου να φτάσουμε να βιώσουμε όλοι μαζί την τελική λύτρωση.

Ποιο βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίσατε;

«Η δίκη που άλλαξε τον κόσμο» του Στέφανου Δάνδολου.

Ποιος συγγραφέας έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας κι επανέρχεστε στα βιβλία του;

Έχω αρκετά τέτοια ονόματα – διαμάντια, τα οποία κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου. Αυτήν τη στιγμή το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι το όνομα του Μ. Καραγάτση.

Τι σας δίνει δύναμη και αισιοδοξία αυτό το δύσκολο διάστημα; Ποιο το αντίδοτό σας εν καιρώ πανδημίας;

Η ανάγνωση καλών βιβλίων,η δημιουργία της πλοκής μιας καινούργιας ιστορίας, οι αναζωογονητικές βόλτες στη φύση, οι άνθρωποί μου και οι πολυαγαπημένοι τετράποδοι φίλοι μου. Σε όλα αυτά θα προσθέσω και την επαφή με τους αναγνώστες, τους φίλους και συνοδοιπόρους μου. Όλα αυτά μου δίνουν χαρά και γεμίζουν τις μπαταρίες μου.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Εύχομαι ειλικρινά να είμαι γερή, να απολαμβάνω τη συντροφιά των αγαπημένων μου ανθρώπων και να γράφω όμορφες ιστορίες!

 

 

 

 

 

(Visited 23,483 times, 1 visits today)

Leave A Comment