Εγώ μεγάλωνα για σένα…

Ποια ήταν η αφορμή της συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου;

Δεν μπορώ να πω πως υπήρχε κάποια αφορμή για να γράψω αυτό το βιβλίο. Η σχέση μου με τη συγγραφή ξεκίνησε χρόνια πριν, αλλά ποτέ δεν ήμουνα έτοιμος να προχωρήσω παρακάτω. Βέβαια τώρα που το ξανασκέφτομαι όλες μου οι μέχρι τότε απόπειρες είχαν να κάνουν με τον έρωτα και την αγάπη. Η μετακόμιση στη Βιέννη δέκα χρόνια πριν και η αγάπη για την Ελλάδα που άφηνα πίσω ίσως και να έπαιξαν κάποιο ρόλο.

Συστήστε μας τη Χαρά και τον Θάνο…

Είναι δυο άνθρωποι που γεννήθηκαν στο ίδιο χωριό και που η μοίρα επέλεξε να έρθουν στον κόσμο για να ζήσουν τον απόλυτο έρωτα. Μεγάλωσαν σχεδόν μαζί, με τον Θάνο να παρακολουθεί τα πρώτα της βήματα, μιας και είναι εννέα χρόνια μεγαλύτερός της. Αυτή η παιδική φιλιά που δημιουργείται ανάμεσά τους φαντάζονται πως θα κρατήσει για πάντα και θα μεγαλώνουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Οι ανάγκες της ζωής, όμως, δεν θα επιτρέψουν να συνεχιστεί για πολύ αυτό το όνειρο.

Θα εγκλωβιστούν ανάμεσα στο καθήκον και στα «θέλω» τους;

Ναι, αλλά η αγάπη θα βρει μικρές διεξόδους, για να καταφέρει να κρατήσει το όνειρό τους ζωντανό. Και ξεκινούν από την πιο απλή. Κλείνουν για λίγο τα μάτια και βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, όσα χιλιόμετρα κι αν τους χωρίζουν.

Τελικά το ιδανικό είναι εφικτό, τα όνειρα θα γίνουν πραγματικότητα; Θα κυριαρχήσει η αγάπη;

Ναι, αρκεί να το θέλουμε και να παλέψουμε γι’ αυτό. Είχα διαβάσει κάπου πως «ο έρωτας υπάρχει εκεί που οι δρόμοι πριν χωρίσουν, σμίγουν για μια στιγμή». Αυτή η στιγμή θεωρώ ότι είναι για τους περισσότερους αρκετή. Ένα βλέμμα, ένα νεύμα, μια ματιά, ένα χάδι, ένα φιλί μπορεί να τα θυμόμαστε για πάντα, κι ας έχουνε διαρκέσει μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Την ίδια ακριβώς στιγμή έχει πραγματοποιηθεί και το όνειρο!

Θεωρείτε πως το βιβλίο σας εξυμνεί την αγνή και άδολη αγάπη;

Όλοι βιώνουμε μέσα μας διαφορετικά την αγάπη και για τον κάθε έναν ξεχωριστά είναι μοναδική. Για εμένα η πραγματική αγνή και άδολη αγάπη είναι αυτή που προσπάθησα να περιγράψω στο βιβλίο μου. Χαίρομαι πάρα πολύ που σε αυτό το ταξίδι βρήκα πολλούς συνοδοιπόρους. Ως έφηβος, μην έχοντας άλλον τρόπο επικοινωνίας, έκλεινα όση αγάπη μπορούσε να χωρέσει μέσα ένα γράμμα και το ταχυδρομούσα με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα παραδοθεί και σύντομα θα επιστρέψει ένα άλλο γράμμα ποτισμένο με τα αρώματα της μακρινής αγαπημένης. Όποιος έχει νιώσει αυτή τη γλυκιά και συνάμα πικρή προσμονή μπορεί πιστεύω να καταλάβει τι είναι η αγνή και άδολη αγάπη.

Ο έρωτας κατά τη γνώμη σας μπορεί να υπερκεράσει εμπόδια, αναποδιές και δυσκολίες; Ή την απόσταση;

Ο έρωτας είναι ίσως το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που δεν φοβάται τίποτα. Χτυπάει με την πρώτη ματιά, ποτέ δεν αστοχεί και βρίσκει πάντα τον τρόπο να υπερπηδά όλα τα εμπόδια, για να μας χτυπήσει την πόρτα και να μας αλλάξει μια για πάντα τη ζωή.

Η αναφορά στην αέναη πάλη του καλού και του κακού ποιους προβληματισμούς σας απηχεί;

Αυτή η προαιώνια πάλη του καλού και του κακού είναι για εμένα η πάλη του έρωτα και του θανάτου και δυστυχώς έχει για τους περισσότερους πάντα μόνιμο νικητή τον δεύτερο. Δεν σημαίνει, ωστόσο, αυτό κάτι. Γιατί μπορεί ο τελικός νικητής να είναι το κακό ή ο θάνατος, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι τι έχει προηγηθεί. Και αν αυτό ήταν πολύ δυνατό, τότε θεωρώ πως δεν υπάρχει νικητής ή ηττημένος.

Είχατε σκεφθεί την ανατροπή στο τέλος από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία;

Είχα σκεφτεί το τέλος από την αρχή και ήμουν τυχερός, γιατί σε αυτό το τέλος με οδήγησαν και οι ήρωες. Χρειάστηκαν μόνο μικρές διορθώσεις, γιατί αρκετά άλλαξαν στην πορεία, αλλά στο μεγαλύτερο βαθμό το τέλος ήταν το ίδιο.

Το κείμενο διανθίζεται με στίχους ποιημάτων γνωστών Ελλήνων ποιητών. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η ποίηση;

Αν δεν ήταν τα ποιήματα, νομίζω πως δεν θα είχα καταφέρει να φτάσω στο τέλος. Μπήκαν στη ζωή μου όπως και η μουσική, όταν είχα φτάσει για πρώτη φορά σε αδιέξοδο και ήταν τα «κλειδιά» για να ξεκλειδώσουν πολλές από τις πόρτες μου, που ξαφνικά βρήκα κλειστές. Τότε ξεσκόνισα λίγο τη βιβλιοθήκη μου και ξεκίνησα την αναζήτηση του κατάλληλου ποιήματος, που όχι μόνο θα μου αποκάλυπτε κρυφά μονοπάτια, αλλά θα καθιστούσει και το βιβλίο μου ξεχωριστό.

Πόσο εύκολο ήταν να μιλήσετε για την ηθογραφία των δεκαετιών ‘50-‘70;

Στις μέρες μας και με την πολυτέλεια που μας προσφέρει το Ίντερνετ, δεν ήταν κάτι δύσκολο. Αρκεί κάποιος να διαθέσει πολύ χρόνο διαβάζοντας. Εμένα προσωπικά με βοήθησαν περισσότερο να προσεγγίσω εκείνες τις δεκαετίες κάποια βιβλία που με περίμεναν υπομονετικά χρόνια τώρα στη βιβλιοθήκη. Αυτό, βέβαια, που με ταξίδεψε ακόμα πιο πολύ, ήταν οι αφηγήσεις των γεροντότερων στο χωριό, όσον αφορά τα ήθη, τα έθιμα, αλλά και τις δυσκολίες τις εποχής.

Οι συνεχείς εναλλαγές χώρου και χρόνου συνιστούν δομικό στοιχείο. Γιατί επιλέξατε να «παίξετε» με τους χρόνους και τους χώρους της αφήγησης;

Δεν το επέλεξα. Συνέβη μαγικά. Όταν ξεκίνησα να γράφω την ιστορία του Θάνου και τη Χαράς, είχα στο μυαλό μου πολλές σκόρπιες εικόνες  – σκηνές, τις οποίες και μετέφερα στο χαρτί τη μια μετά την άλλη, ανεξαρτήτως του αν είχαν μεγάλη χρονική διαφορά μεταξύ τους. Κι εκεί συνέβη κάτι μαγικό! Όσο προχωρούσα γράφοντας, όλες αυτές οι σκηνές -που μπορεί να είχα γράψει και τέσσερα χρόνια πριν- έρχονταν και «έδεναν» με την ιστορία. Πρόσθετα απλώς την ημερομηνία και τις άφηνα έτσι ακριβώς όπως γεννήθηκαν. Αυτό νομίζω πως έκανε και την ιστορία να αποκτήσει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία.

Πόσο εύκολος είναι ο χειρισμός των εναλλαγών των συναισθημάτων των ηρώων;

Προσωπικά με δυσκόλεψε πάρα πολύ, γιατί δεν γνώριζα πώς να το κάνω. Ακόμη και τώρα που μιλάμε, θεωρώ ότι δεν το έχω καταφέρει έτσι όπως θα ήθελα. Γι’ αυτό ίσως το λόγο μου πήρε σχεδόν οκτώ χρόνια για να ολοκληρώσω το μυθιστόρημα.

Από την εποχή της αθωότητας όπου νοσταλγικά μας ταξιδεύετε έως τη σημερινή επιπόλαιη αγάπη των social media τι έχει αλλάξει και τι σας λείπει περισσότερο;

Τα πράγματα δυστυχώς δεν έχουν απλώς αλλάξει, έχουν… γυρίσει ανάποδα. Όλη αυτή η τεχνολογική εξέλιξη μας έχει κάνει να ξεχάσουμε την πραγματική σημασία των λέξεων. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά και πιστεύω πως δεν θα γίνει ποτέ. Ώρες ώρες σκέφτομαι πως η ζωή μας θα ήταν πολύ καλύτερη αν άλλαζε όπως η μόδα. Να πηγαίναμε λίγο μπροστά, αλλά που και που να γυρίζαμε και στο χτες. Είμαστε θεωρώ πολύ τυχεροί που ζούμε στο σήμερα, αλλά μας λείπει σίγουρα κάτι πολύ σημαντικό. Το μεσημεριανό τραπέζι. Τότε που μαζευόμασταν όλοι γύρω από αυτό χωρίς την τηλεόραση και χωρίς τα κινητά τηλέφωνα. Επικοινωνούσαμε κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια, μοιραζόμενοι την καθημερινότητα, τις εμπειρίες μας, αλλά και τις ιστορίες που είχαμε ακούσει σε ένα άλλο τραπέζι.

Πώς είναι η ζωή στην Αυστρία; Τι διαφορετικό αγαπήσατε εκεί;

Από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι στη Βιέννη, κατάλαβα πως βρίσκομαι στο μέρος που θα έπρεπε να συνεχίσω τη ζωή μου. Και λίγα χρόνια μετά κατάλαβα πως είχα δίκιο. Αυτή η πόλη έχει όλα όσα δεν είχα καταφέρει να βρω στην Ελλάδα -και δεν εννοώ μόνο επαγγελματικά. Συνέχισα να κάνω θέατρο δημιουργώντας την πρώτη ελληνική θεατρική ομάδα στην Αυστρία, αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως αναγνωρίστηκε η δουλειά μου. Μετά από δέκα χρόνια μπορώ να πω πως η ζωή μου στην Βιέννη κυλάει ήσυχα, ήρεμα και χωρίς το άγχος της επόμενης μέρας. Όλο αυτό σαφέστατα δεν μου χαρίστηκε, γιατί το να ξεκινάς τη ζωή σου ξανά μετά από 34 χρόνια και δη σε μια ξένη χώρα δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα. Θεωρώ, ωστόσο, πως μέχρι σήμερα τα έχω καταφέρει καλά.

Πώς επηρέασε η δοκιμασία της πανδημίας της ζωή σας και ποιο είναι το αντίδοτό σας;

Για εμένα αυτοί οι δύσκολοι μήνες ήταν ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Πρώτα απ’ όλα, καλλιτεχνικά ως συγγραφέας είχα χρόνο να σκεφτώ, αλλά και να ξεκινήσω το γράψιμο του επόμενού μου μυθιστορήματος. Οικογενειακά είχα περισσότερο χρόνο να μεγαλώσω μαζί με τον νεογέννητο γιο μου και να ζήσω μοναδικές στιγμές.

Να περιμένουμε κάτι νέο;

Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η καραντίνα έκανε το θαύμα της και αν όλα πάνε καλά μέσα στο 2021 θα εκδοθεί το δεύτερό μου μυθιστόρημα.

(Visited 16,967 times, 1 visits today)

Leave A Comment