Εκεί που αναφτεριάζει

 

Ο Μάνος Γεωργουδιός γεννήθηκε στη Ρόδο και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και Μάρκετινγκ σε πανεπιστήμια της Αγγλίας. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η νουβέλα «Εκεί που αναφτεριάζει», η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη, είναι το πρώτο του βιβλίο. Πρόκειται για μία αψογα δομημένη νουβέλα που μιλά στην ψυχή σου, για ένα κείμενο ενδοσκόπησης που σε φέρνει αντιμέτωπο με τα θεμελιώδη ζητήματα και τις βαθύτερες αγωνίες της ανθρώπινης μοίρας. Αυτό που σίγουρα δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι πως ο Μάνος Γεωργουδιός έχει τη στόφα του συγγραφέα…

 

Ποια εσωτερική ανάγκη σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου; Γιατί επιλέξατε τη λέξη «αναφτεριάζει»;

Αν κι είναι σχεδόν ακατόρθωτο να κατανοήσει κανείς πλήρως τις εσωτερικές διαδικασίες της γραφής, η ανάγκη για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου μάλλον προϋπήρχε από τότε που η μνήμη μου άρχισε να ανακαλεί κάποια συγκεκριμένα στιγμιότυπα από την πορεία της ζωής μου. Η ιδέα, όμως, για το περιεχόμενό του προέκυψε όταν συνειδητοποίησα πως όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα γεγονότα που παραμένουν ανεξίτηλα στη μνήμη μας και θεωρούμε μοναδικά απορρέουν από τα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι για παράδειγμα ο έρωτας ή ο θάνατος. Γι’ αυτό το λόγο ακόμη κι ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός μπορεί να χαραχτεί για πάντα στη μνήμη μας κι ανακαλώντας το να μας συγκλονίζει ακόμη όπως τότε που συνέβη.

Έχοντας λοιπόν αυτά υπόψη, θέλησα να σκιαγραφήσω μια ζωή από την αρχή ως το τέλος της, παραθέτοντας κάποια περιστατικά που καλύπτουν  όλο το ηλικιακό φάσμα της, μέσα όμως από ένα πανανθρώπινο πρίσμα.

Αναφορικά τώρα με τη λέξη «αναφτεριάζει», αντλήθηκε από το στίχο της Μαρίας  Πολυδούρη («κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει, πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά»). Εκτός  από το μοναδικό ηχόχρωμά της, αισθάνθηκα πως μέσα της συμπυκνώνεται τελικά το ζητούμενο από τις συναντήσεις των δύο κεντρικών ηρώων. Αναπόφευκτα, λοιπόν, στο βιβλίο αυτό προσπάθησα να προσδιορίσω που βρίσκεται αυτό το «… κάπου…», όπως αναφέρει στο στίχο της η σπουδαία ποιήτριά μας.

«Λένε πως τη μοναξιά την κουβαλάει κανείς εύκολα μέσα του όταν δεν φαίνεται. Αν την αντικρίσουν κι άλλοι, τότε όχι, δεν αντέχεται», γράφετε. Θα ήθελα το σχόλιό σας…

Θεωρώ πως τη μοναξιά ως συναίσθημα θα πρέπει κανείς να τη βιώνει με γενναιοδωρία και να την προφυλάσσει από οτιδήποτε μπορεί να τη μεταλλάξει βίαια σε μια οδυνηρή διαπίστωση. Όπως περιγράφω και λίγο πιο κάτω στο συγκεκριμένο απόσπασμα, η μοναξιά είναι σαν μια γυμνή γυναίκα που σε συντροφεύει παντού. Αν εκεί που θα την οδηγήσεις, αρχίσουν να την κοιτούν επίμονα, τότε θα πρέπει να βρεις τρόπο να τη σκεπάσεις. Αλλιώς θα ντραπεί και θα φύγει. Κι «αν τη χάσεις, δεν θα ‘σαι μόνος, τότε  θα ‘σαι ξένος».

«Ίσως πολλές φορές οι άνθρωποι μας χαμογελούν έτσι, χωρίς λόγο, απλώς γιατί κάποιος άλλος το προκάλεσε -κάποιος που, ακόμη κι αν οι ζωές μας τύχει να συναντηθούν, εμείς δεν θα του χαμογελάσουμε ποτέ». Τι όμορφη σκέψη! Ποιο το έναυσμά της;

Οδηγώντας κάποτε, σταμάτησα σε διάβαση πεζών και παρατήρησα μια γυναίκα να μου χαμογελά, ευχαριστώντας με έτσι για την ευγένειά μου. Παρατήρησα, όμως, πως συνέχισε να χαμογελά κι αφού διέσχισε τη διάβαση. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως αν εκείνη τη στιγμή την κοιτούσε κάποιος άλλος, ίσως να της χαμογελούσε κι εκείνος κι  έπειτα θα συνέβαινε το ίδιο με  έναν άλλο περαστικό κι ούτω καθεξής. Όπως καθετί στη φύση, έτσι κι ένα χαμόγελο μπορεί να έχει τον δικό του κύκλο ζωής. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, το χαμόγελο, η πιο ξεχωριστή έκφραση της ανθρώπινης φύσης, να αποτελεί εξαίρεση; Την επόμενη φορά, λοιπόν, που κάποιος άγνωστος σας χαμογελάσει, σκεφτείτε πως μπορεί να είστε εσείς η αιτία που ένα μακρύ ταξίδι από εξαίσια χαμόγελα έχει ως τερματικό σταθμό την απορημένη έκφρασή σας.

Υπάρχει κάποιο κεφάλαιο που αγαπάτε λίγο περισσότερο;

Αυτό είναι κάτι που μου αρέσει να ρωτάω κι εγώ. Κάθε φορά μάλιστα προσπαθώ να μαντέψω την απάντηση, αλλά σπάνια τα καταφέρνω. Κάτι αντίστοιχο νομίζω πως θα συμβεί αν προσπαθήσω να σου απαντήσω και για  τον εαυτό μου. Θα σου πω, όμως, πως θυμάμαι να απολαμβάνω πολύ το γράψιμο του κεφαλαίου όπου για πρώτη φορά την αφήγηση αναλαμβάνει ο άγγελος, αλλά και το κεφάλαιο που διαδραματίζεται στη φάρμα των μικρόσωμων αλόγων, το οποίο μάλιστα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αληθινά γεγονότα.

Ποιους συγγράφεις ξεχωρίζετε;

Με ελκύουν πολύ οι σύγχρονοι Ιταλοί συγγραφείς, κυρίως γιατί ο τρόπος γραφής τους ταιριάζει περισσότερο με αυτό που προσπαθώ να πετύχω κι εγώ στα κείμενα μου. Στα έργα τους  κυριαρχούν συνήθως όλες οι πανανθρώπινες αγωνίες, αλλά δοσμένες μέσα από ένα προσωπικό και σχεδόν εξομολογητικό ύφος, ενώ την ίδια στιγμή ισορροπούν τέλεια  ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μαγικό, στον λυρισμό,  αλλά και την απλότητα της γλώσσας. Θα ξεχωρίσω ιδιαίτερα τους  Έρι Ντε Λούκα, Ντίνο Μπουτζάτι και Αλεσάντρο Μπαρίκο.

Ποια βιβλία διαβάσατε πρόσφατα και σας στιγμάτισαν ή ξεχωρίσατε;

Διάβασα επιτέλους το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν κι ομολογώ πως με συγκλόνισε. Ίσως δίκαια χαρακτηρίζεται τελικά από πολλούς ως  το καλύτερο βιβλίο του περασμένου αιώνα. Το μόνο σίγουρο είναι πως διαβάζοντάς το ένιωθα διαρκώς αντιμέτωπος με έναν ορμητικό χείμαρρο, αυτόν της κατανόησης του ανθρώπου. Ευτυχώς, όμως, είχα μπροστά μου ένα δεξιοτέχνη και θαρραλέο οδηγό να μου κρατά το χέρι.

Από τα βιβλία που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα ξεχωρίζω το «Σκοτεινό νερό» του Νικολά Πουλιέζεκι, ενώ από Έλληνες συγγραφείς το «Πώς πάνε τα πράγματα» του Θάνου Κάππα  και το «Η ανάγκη του να είναι κανείς βάρβαρος» του Δ. Τανούδη.

Πώς επηρέασε τη ζωή σας η πανδημία;

Πιστεύω πως ακόμη δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ποιο ακριβώς είναι το αποτύπωμα αυτής της δυστοπικής συνθήκης που βιώνουμε καθημερινά. Προσωπικά, η απαγόρευση μετακινήσεων με επηρέασε αρκετά τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Το ζητούμενο στην παρούσα φάση είναι τουλάχιστον να ανακόψουμε αυτήν τη περίεργη σχέση που δημιουργείται με το χρόνο, καθώς αρκετά  από τα σημεία αναφοράς μας μαζί του τείνουν να εξαφανιστούν. Γι’ αυτό το σκοπό θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικό να διατηρούμε όσο περισσότερες από τις αγαπημένες μας συνήθειες μπορούμε, να διατηρούμε συχνή επικοινωνία με τους ανθρώπους μας και φυσικά να διαλέγουμε προσεκτικά τις πηγές της ενημέρωσής μας.

Ποια τα σχέδιά σας για το μέλλον…

Πρόσφατα ξεκίνησα τη συγγραφή του επόμενού μου μυθιστορήματος, αλλά προς το παρόν ούτε κι εγώ γνωρίζω αρκετά για το περιεχόμενό του και ούτε βέβαια τον χρόνο που θα χρειαστεί για την ολοκλήρωσή του.

Για να επανέλθω, συνεπώς, και σε αυτό που ανέφερα πριν, καθώς η δημιουργία μπορεί να διατηρεί ακέραιη τη δυνατότητα να ορίζει την σχέση μας με το χρόνο, αποτελεί τελικά και το πιο αξιόπιστο σημείο αναφοράς του.

 

 

(Visited 1,334 times, 1 visits today)

Leave A Comment