Καλό μου παιδί

«Καλό μου παιδί». Ένα ανατρεπτικό ψυχολογικό θρίλερ που μας έκλεισε το μάτι το 2020. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και, όπως κατέστη εμφανές, η συγγραφέας του, Romy Hausmann, διαθέτει ζοφερή φαντασία. Ξέρει δίχως αμφιβολία να διαγράφει αριστοτεχνικά την ψυχολογία των ηρώων της και να παίζει με το μυαλό τους. Πρόκειται για ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, που συνιστά ωστόσο έναν ύμνο στην ελευθερία. Σε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξη μας συστήνει, λοιπόν, το πρώτο της -καλό!- παιδί…

Ήταν μεγάλος ο δρόμος μέχρι να δείτε τελικά το πρώτο σας βιβλίο να εκδίδεται;

Σίγουρα ήταν! Ήμουν μια συγγραφέας που προσπαθούσα ανεπιτυχώς για δέκα σχεδόν χρόνια, βλέποντας άπειρα χειρόγραφά μου να απορρίπτονται έως το 2019, όταν το θρίλερ μου εκδόθηκε στη Γερμανία. Αμέσως έγινε best seller και διατηρήθηκε στα ευπώλητα για έναν χρόνο. Αυτή ήταν η πιο περίεργη εμπειρία κι ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να πιστέψω ότι πραγματικά μου συνέβη. Δύο χρόνια νωρίτερα δεν ήξερα πώς θα πληρώσω το ενοίκιό μου και τώρα το βιβλίο σημειώνει πωλήσεις σε περισσότερες από 20 χώρες και πληρώνομαι για κάτι που αγαπώ να κάνω περισσότερο στη ζωή μου, το γράψιμο. Φαντάζει χωρίς αμφιβολία τόσο εξωπραγματικό και είμαι τόσο ευγνώμων γι’ αυτό.

Πώς αισθανθήκατε, όταν βραβευτήκατε με το Crime Cologne Award το 2019;

Ξέρετε, πριν να ανακοινωθεί ο νικητής, όλοι οι υποψήφιοι διαβάσαμε ένα μικρό απόσπασμα από τα κείμενά μας. Ήμουν η τελευταία. Διάβασα το απόσπασμα και στη συνέχεια πήγα πίσω στο τραπέζι μας, κάθισα και χαλάρωσα. Έκανε αρκετό κρύο και φορούσα ένα λεπτό φόρεμα, οπότε δανείστηκα ένα τεράστιο κασκόλ από μία άλλη υποψήφια και τυλίχθηκα πολύ περίτεχνα! Αργότερα, ο οικοδεσπότης, ο οποίος εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε το λόγο του, μου είπε πως με κοίταξε και αναρωτήθηκε: «Μα τι στο καλό κάνει; Πώς θα “απελευθερωθεί” γρήγορα από αυτό το κασκόλ, ούτως ώστε να έρθει γρήγορα στη σκηνή, όταν ανακοινώσω το όνομά της;». Προφανώς δεν περίμενα ότι θα χρειαστεί να ανέβω εκ νέου στη σκηνή, προκειμένου να παραλάβω το βραβείο μου! Έτσι, όταν άκουσα το όνομά μου, ένιωσα σαν να με χτύπησε κεραυνός και ήμουν τελείως έκπληκτη. Η ατζέντισσά μου, η Κατερίνα, στεκόταν στην πρώτη σειρά μπροστά στη σκηνή και έκλαιγε, όταν κι εγώ ξεκίνησα να κλαίω, καθώς όλα -ο μεγάλος αγώνας των τελευταίων ετών, όλες οι αμφιβολίες και όλες οι οπισθοδρομήσεις- ήρθαν στη σκέψη μου. Αναμφίβολα ήταν μία από αυτές τις στιγμές στη ζωή που δεν τις ξεχνάς ποτέ.

Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το «Καλό μου παιδί» και να μας «παγιδέψετε» βαθιά στα δάση; Είναι το θέμα της ελευθερίας σημαντικό για εσάς;

Καθώς μεγάλωσα στην Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του ’80, είναι προφανές πως η έννοια της ελευθερίας είναι σημαντική για εμένα. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλούς περιορισμούς σε κάθε τομέα της καθημερινότητάς μας και όχι μόνο σχετικά με τις πολιτικές μας πεποιθήσεις. Το κράτος απλώς παρενέβαινε παντού -ακόμη και στο εάν κάποιος επιτρεπόταν να πάει διακοπές ή να σπουδάσει. Κάτι τέτοιο μπορεί να θυμίζει τη ζωή στην καλύβα στο «Καλό μου παιδί» -σε διαφορετικό φυσικά βαθμό. Κανείς στην καλύβα δεν επιτρέπεται να λαμβάνει αποφάσεις για τον εαυτό του. Ο πατέρας λειτουργεί ως θεός και αποφασίζει για όλα και για όλους.

Για ποιο λόγο επιλέξατε να μας διηγηθείτε την ιστορία μέσα από την οπτική τριών χαρακτήρων;

Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ υποκειμενικό. Ήταν σημαντικό για εμένα όχι μόνο να πω μια αλήθεια, αλλά πάνω απ’ όλα να καταστήσω εμφανή τα κίνητρα του κάθε χαρακτήρα.

Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας και για ποιο λόγο;

Σίγουρα η Χάνα! Είναι ένα μικρό κορίτσι, το οποίο έζησε σε μία απομονωμένη καλύβα από τότε που γεννήθηκε και γνώρισε τον κόσμο μόνο μέσα από τις ιστορίες των γονιών της και τις εγκυκλοπαίδειες. Τώρα έρχεται σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο για πρώτη φορά και πρέπει επί της ουσίας να τοποθετήσει τον εαυτό της στο νέο αυτό πλαίσιο. Η οπτική της ήταν η πιο αστεία για εμένα όταν την έγραφα, ωστόσο αποτέλεσε και την πιο μεγάλη πρόκληση.

Πόσο εύκολο ήταν να μιλήσετε για την απώλεια ενός παιδιού και για τους τρόπους που οι περιορισμοί επηρεάζουν ένα παιδί λόγω των αυστηρών κανόνων ενός «πατέρα – καπετάνιου»;

Όχι μόνο αυτά που αναφέρετε, αλλά πολύ περισσότερα από το « Καλό μου παιδί» ήταν επίσης επίπονα όσον αφορά τη συγγραφή. Είμαι ένα άτομο με έντονη ενσυναίσθηση, με αποτέλεσμα μερικές φορές να υποφέρω όταν γράφω. Ωστόσο, ήθελα αυτή η ιστορία να είναι μια ιστορία όπου ο αναγνώστης θα αισθανθεί τον πόνο και θα νιώσει πως βρίσκεται στο χείλος του ανεκτού. Αλλά πώς θα νιώσει ο αναγνώστης τον πόνο και όλα αυτά τα βαθιά συναισθήματα, αν δεν του τα αποκαλύψω με τον σωστό τρόπο; Αυτό είναι κάτι για το οποίο είμαι περήφανη. Όλες μου οι ιστορίες κουβαλούν κάτι από εμένα. Όλη μου την καρδιά, τους πιο σκοτεινούς μου φόβους, τον χειρότερο πόνο μου.

Πώς κατορθώσατε να αιχμαλωτίσετε το ενδιαφέρον μας και να προσπαθούμε να μαντέψουμε τι θα συμβεί έως την τελευταία σελίδα;

Δεν ξέρω! Πείτε μου εσείς! Δε δουλεύω με συγκεκριμένο πλάνο και χρονοδιάγραμμα. Ούτε καν προαποφασίζω πολλά σχετικά με την πλοκή. Αφήνω τους χαρακτήρες να μου πουν την ιστορία. Αυτοί αποφασίζουν πότε θα αποκαλύψουν κάτι για τους εαυτούς τους. Τους δίνω το χρόνο να αναπτυχθούν και απλώς τους ακολουθώ.

Πότε συνειδητοποιήσατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;

Δεν ήταν ποτέ ένα συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά περισσότερο μια εξέλιξη… Ίσως υπάρχουν απλώς πράγματα μέσα μας -δε θέλω να μιλήσω για κάλεσμα, αλλά κάπως έτσι το αισθάνομαι. Από τη στιγμή που έγραψα την πρώτη μου ιστορία το 2009, όταν γέννησα τον γιο μου, δε σταμάτησα ποτέ. Ήταν σαν να βρήκα στη συγγραφή ένα σπίτι. Κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν με κάνει να νιώθω τόσο ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη.

Ποια είναι τα απαραίτητα «συστατικά» για ένα επιτυχημένο ψυχολογικό θρίλερ;

Αν γνώριζα, πιθανότατα δε θα μου έπαιρνε δέκα χρόνια για να με ανακαλύψουν! Πιστεύω, όμως, πως κάθε βιβλίο –και όχι μόνο τα ψυχολογικά θρίλερ- πρέπει να το γράφεις με ό,τι έχεις, με ότι διαθέτεις. Ως συγγραφέας πρέπει να γράφεις σαν να έγραφες για τη ζωή σου. Οι αναγνώστες το νιώθουν αυτό και μόνο τότε ξεχνούν πως είναι κάτι πλαστό, ένα μυθιστόρημα. Νομίζω πως αυτό είναι ο μυστικό: να θολώνεις τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, προκειμένου ο αναγνώστης να μην μπορεί να δραπετεύσει από την ιστορία.

Είχατε στο μυαλό σας το τέλος του συγκεκριμένου βιβλίου, όταν ξεκινήσατε να το γράφετε;

Δεν ήμουν ακριβώς σίγουρη για το πώς θα ολοκληρωνόταν η ιστορία για τους τρεις βασικούς χαρακτήρες. Ωστόσο, ήξερα πως θα γράψω το συγκεκριμένο επίλογο.

Σας συνέβη ποτέ το γνωστό «writers block»; Αν ναι, πώς το αντιμετωπίσατε;

Όχι. Γράφω κάθε μέρα κι έχω αντιληφθεί πως συχνά πρέπει να διαγράφω πολλά, καθώς δεν ταιριάζουν ή δεν είναι τελικά αρκετά καλά. Ωστόσο, αν οι χαρακτήρες έχουν δομηθεί σωστά, είναι ξεκάθαρο τι πρέπει να συμβεί μετά.

Ποιους συγγραφείς θαυμάζετε;

Αγαπώ τις Gillian Flynn, Tarryn Fisher, Paula Hawkins, Alice Feeney -όλες γυναίκες και όλες γράφουν ψυχολογικά θρίλερ όπως εγώ. Και θαυμάζω τον Χέμινγουεϊ. Αγαπώ τα βιβλία του από τότε που ήμουν 14.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε την τελευταία χρονιά και μας προτείνετε να διαβάσουμε;

Πρόσφατα μου επετράπη να διαβάσω το βιβλίο της Alice Feeney «His and hers», προτού να δημοσιευτεί επίσημα στη Γερμανία. Απίστευτα καλό! Δεν γνωρίζω πότε θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, αλλά μόλις κυκλοφορήσει, απλώς διαβάστε το! Η Alice Feeney είναι μια βασίλισσα στον τομέα της, πραγματικά.

Πώς είναι μια τυπική μέρα συγγραφής για εσάς; Τηρείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα;

Έχω μια μονογονεϊκή οικογένεια, οπότε οι ώρες εργασίας μου συνδέονται άμεσα με το πρόγραμμα του γιου μου. Γράφω πριν ξυπνήσει, όταν είναι στο σχολείο και το βράδυ, όταν κοιμάται. Είμαι πολύ ευτυχισμένη που έχω αυτό το παιδί. Με βοηθά βέβαια, όπως είναι σαφές, να έχω έναν συγκεκριμένο ρυθμό! Δίχως αυτόν θα αποτελούσα πιθανότατα το κλισέ του… τρελού καλλιτέχνη! Με κρατά σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο, τον οποίο, αν δεν είχα το γιο μου, συχνά θα ξεχνούσα.

Όταν ξεκινάτε να γράφετε ένα νέο βιβλίο, έχετε ένα συγκεκριμένο αναγνώστη στο μυαλό σας;

Όχι. Νομίζω μάλιστα πως αυτό είναι μια τελείως λανθασμένη προσέγγιση. Έχει να κάνει με την ιστορία και με τη διαδικασία της συγγραφής πρώτα απ’ όλα. Αν σκεφτόμουν τους αναγνώστες και τις πωλήσεις, θα αγχωνόμουν. Όταν γράφω μια ιστορία, είναι πάνω απ’ όλα δική μου. Αυτή η προσέγγιση με απελευθερώνει και μου δίνει φτερά να ρισκάρω. Γνωρίζω κάποιους συγγραφείς οι οποίοι γράφουν για ένα συγκεκριμένο κοινό και σκέφτονται το μάρκετινγκ πριν καν γράψουν το πρώτο κεφάλαιο. Δεν θέλω να κάνω κάτι αντίστοιχο. Για εμένα το γράψιμο δεν είναι μια δουλειά, είναι η ζωή μου. Και η ζωή έχει να κάνει με το να εμπιστεύεσαι, έτσι δεν είναι; Οπότε έχω απλώς εμπιστοσύνη στο ότι οι ιστορίες μου θα βρουν τους αναγνώστες τους.

Πώς άλλαξε η ζωή σας την εποχή της πανδημίας όσον αφορά το βιβλίο και τη συγγραφή;

Η πανδημία δεν επηρέασε τη συγγραφή, αλλά οτιδήποτε γύρω της. Δεν μπορώ πλέον να πηγαίνω σε περιοδείες βιβλίων και να συστήνω προσωπικά το βιβλίο μου στο κοινό. Μου λείπει αυτό πολύ… Λατρεύω να είμαι δίπλα σε κόσμο.

Ποια η άποψή σας για τα ebooks; Θεωρείτε πως σε 20 χρόνια οι άνθρωποι θα διαβάζουν τα βιβλία σας σε ebook reader αντί να τα αγοράζουν τυπωμένα;

Eχω κι εγώ η ίδια ένα ebook reader, αλλά σπάνια το χρησιμοποιώ. Είμαι παλαιάς κοπής και προτιμώ να κρατώ ένα βιβλίο στα χέρια μου. Νομίζω ότι πολλοί αισθάνονται έτσι, οπότε δε θεωρώ πως το τυπωμένο βιβλίο θα χάσει έδαφος σύντομα. Ακόμη, όμως, κι αν σε 20 χρόνια διαβάζαμε όλοι ebooks, το σημαντικό είναι πως το διάβασμα δε θα εκλείψει.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Δουλεύετε πάνω σε ένα νέο βιβλίο;

Την προηγούμενη άνοιξη κυκλοφόρησε στη Γερμανία το δεύτερο θρίλερ μου «Η Μάρθα κοιμάται», το οποίο θα κυκλοφορήσει και σε άλλες χώρες αυτήν τη χρονιά. Τώρα γράφω το τρίτο θρίλερ και το απολαμβάνω. Αγαπώ τη διαδικασία της δημιουργίας, καθώς είναι κάτι πολύ προσωπικό. Έχω πολλά περιθώρια πειραματισμού και η ιστορία είναι ακόμη όλη δική μου!

 

Η Βικτωρία Αλεξίου διατηρεί τον βιβλιοφιλικό λογαριασμό στο Instagram @alexiouvictoria

(Visited 2,620 times, 1 visits today)

Leave A Comment