Τα Ακροκέραμα

 

Ο Μιχαήλ Μιχαλιός γεννήθηκε στην Ξάνθη, αλλά από τα δύο του χρόνια ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Βυζαντινή Ιστορία από το ΕΚΠΑ. Εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής σε εκδοτικούς οίκους και εφημερίδες, ενώ τα τελευταία 25 χρόνια υπηρετεί στη δημόσια εκπαίδευση. Τα «Ακροκέραμα», το νέο του βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή, είναι ένα βιβλίο που ειλικρινά αγάπησα και ξεχώρισα. Θα το καταλάβετε κι εσείς από όσα ακολουθούν…

 

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης του συγκεκριμένου βιβλίου;

Στην ουσία, ήταν αφόρμηση. Η σπίθα ήταν να γράψω για τον αχαρτογράφητο λογοτεχνικά χώρο των κοντρών, μάλιστα διασώζει έναν πραγματικό πυρήνα από το φαινόμενο αυτό, και στο φόντο του έπλεξα τις ιστορίες μου, μέσα στις οποίες αναπνέει ένα πλούσιο ανθρώπινο μωσαϊκό. Παράλληλα, ζωντανεύω κι έναν άλλο κόσμο, αυτών των ψυχολογικών συνεδριών για άτομα με κινητικά προβλήματα. Χάρη στον ήρωα του βιβλίου, αυτοί οι δύο κύκλοι θα διασταυρωθούν.

Συστήστε μας τον Σπούτνικ…

Ένα φτωχόπαιδο, χτυπημένο ήδη από την κούνια του από τη μοίρα. Θα πιάσει δουλειά σ’ ένα συνεργείο μοτοσικλετών κι εκεί θα βρει τον «παράδεισό» του, ο οποίος σύντομα θα επεκταθεί στον κόσμο της νύχτας και των αυτοσχέδιων αγώνων. Παράλληλα, στο πρόσωπο του αφεντικού του θα βρει έναν νέο «πατέρα», ο οποίος θα προστεθεί στη μάνα του και τον μοναδικό του φίλο. Η μοναδική του ικανότητα θα τον φέρει στην κορυφή, ώσπου μια στροφή θα τον ρίξει στον πάτο. Βασικά, το βιβλίο είναι η διαδρομή του σ’ αυτόν τον πάτο.

Ό,τι αγαπάει στέκεται αντίκρυ του σαν ακροκέραμο… Γιατί;

Τα ακροκέραμα στο κείμενο έχουν μια συμβολική διάσταση. Αισθητοποιούν όλα τα ποθούμενα του ανθρώπου και αποτυπώνουν τον αγώνα που πρέπει να αποδυθεί, για να τα αποκτήσει. Δυστυχώς, είναι από τους μηχανισμούς της ζωής. Τίποτα δεν προσφέρεται, τίποτα δεν χαρίζεται. Ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που συμβαίνει κάτι τέτοιο, και πάλι απαιτείται μόχθος για τη διατήρησή τους.

«Συγχωρέστε με, αλλά δεν ξέρω να μαστορεύω τα λόγια μου». Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο. Τι δύναμη έχουν αλήθεια οι λέξεις, κατά τη γνώμη σας;

Τη δύναμη μιας πέτρας που δημιουργεί κυματισμούς στην καρδιά και στο μυαλό του αναγνώστη ή του ακροατή. Κι αν είναι ακόμα πιο δυνατές, κατακάθονται για πάντα πάνω τους. Και ειδικά στη λογοτεχνία, έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν πνευματική ηδονή.

«Προτιμώ να με μισούν γι’ αυτό που είμαι παρά να με αγαπούν γι’ αυτό που δεν είμαι. Χειρότερο από το να λες ψέματα στους άλλους είναι να τα λες και στον εαυτό σου που σε ξέρει. Εγώ γούσταρα να είμαι ο εαυτός μου. Και να ήθελα να παίξω κάποιον ρόλο, ήδη τους είχαν πάρει όλοι οι άλλοι. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στους ψεύτικους και στους γνήσιους. Οι πρώτοι είναι συνέχεια στην τσίτα, για να προφυλάξουν το ψέμα τους, ενώ οι δεύτεροι δεν δίνουν μία»… Σχολιάστε το μας…

Η υποκρισία, η διπροσωπία των ανθρώπων, είναι ένα υποκείμενο μοτίβο που απαντά σ’ όλα μου τα βιβλία, γιατί πιστεύω πως αποτελεί μια σταθερά των ανθρώπινων σχέσεων. Τρέφω την πεποίθηση πως η απόκρυψη, η φίμωση του πραγματικού μας εαυτού είναι μια προσωπική σύμβαση που έχουμε υπογράψει όλοι μας μ’ αυτόν τον εαυτό, με σκοπό να διασφαλίσουμε την κοινωνική μας συμβίωση ή επιβίωση.

«Κάθε δυσκολία, κάθε αποτυχία, κάθε πόνος κουβαλάει τον σπόρο για κάτι καλύτερο… Πόνος κι ελπίδα πάνε χέρι χέρι». Πόσο εύκολο είναι να πάρει κάποιος κουράγιο και να μείνει στο μονοπάτι του;

Εξαρτάται από το ψυχικό έρμα που έχει ο καθένας μέσα του. Άλλοι βουλιάζουν στον πόνο τους και στην αυτολύπηση μετρώντας τις πληγές τους κι άλλοι επιπλέουν και κολυμπούν προς την ακτή. Ο Σπούτνικ, ο ήρωας του βιβλίου, ταλαντεύεται και στις δύο καταστάσεις, αλλά, στο τέλος, κεφαλαιοποιεί τις συμφορές του, για να φτιάξει έναν καλύτερο εαυτό και να γυρίσει σελίδα στη ζωή του. Η κορύφωση του δράματός του θα τον οδηγήσει στην κάθαρση.

«Ξέρεις τι είναι μοναξιά; Μονάχος σου μήτε στον Παράδεισο», αναφέρεται στο βιβλίο. Πόσο εύκολο είναι να αγαπήσουμε τη μοναξιά μας;

Νομίζω πως καθόλου. Από τη στιγμή που ο Θεός έβαλε καρδιά στον άνθρωπο, αυτή θα αποζητάει άλλες καρδιές. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και καταξιώνεται μόνο ανάμεσα στους άλλους. Δεν είναι και σωστό. Η απομόνωση συνεπάγεται και αποποίηση της κοινωνικής ευθύνης.

«Σχεδόν ο καθένας πιστεύει ότι όλα είναι γραμμένα και πως δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς. Άργησα, αλλά έπιασα το νόημα. Αν δεν αλλάζουμε τα πράγματα, καμιά φορά μας αλλάζουν αυτά», επισημαίνεται στο βιβλίο. Γιατί πολλοί δεν τολμούν να αλλάξουν και να εξελιχθούν; Τι φοβούνται κατά την άποψή σας;

Την αλλαγή, το καινούριο, την απώλεια της βολής και της ασφάλειάς τους. Όλα αυτά συνδαυλίζουν τα φοβικά σύνδρομα των ανθρώπων μπροστά στα σταυροδρόμια. Δυστυχώς, οι άνθρωποι, εξαιτίας της δυσκαμψίας της ανθρώπινης συμπεριφοράς στο νέο, πάντα θα δυσκολεύονται να διαβούν αυτές τις οριογραμμές και θα διστάζουν να σπάσουν τα δεσμά τους στο κατώφλι της αλλαγής. Είναι αυτές οι υπερβάσεις, όμως, που κάνουν τους επιτυχημένους και τους ήρωες.

«Πρώτα έπρεπε να σωθούμε από τους εαυτούς μας. Εγώ ήμουν ο ήρωάς μου. Έσωσα ένα πρόσωπο, τον εαυτό μου. Πόσοι μπορούν να μπουν στην κόλαση και να βγουν άγγελοι;», αναφέρεται. Πόσο εφικτό είναι αυτό στην Ελλάδα του σήμερα με όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν τον τελευταίο χρόνο;

Σ’ έναν ατομοκεντρικό και κοντόφθαλμο λαό σαν το δικό μας, με ελαστική συνείδηση, δεν είμαι αισιόδοξος. Κατά τη δική μου βιοθεωρία, η ζωή μας είναι οι συνέπειες των αποφάσεών μας απέναντι στις δυσκολίες που ορθώνονται μπροστά μας. Θέλει ισχυρή βούληση και κοινωνική ευαισθησία. Ευελπιστώ, ωστόσο, ότι το άθροισμα των προσωπικών επαναστάσεων μπορεί να έχει θετικό κοινωνικό πρόσημο.

«Ξέρω πως έχω σκοπό κι αξία και τα όνειρά μου είναι μεγαλύτερα από τους φόβους μου. Ό,τι καλό είχα ξεχάσει με φωνάζει στα όνειρά μου». Τι σημαίνει όνειρο για εσάς;

Για μένα είναι ένα χρέος προς τον εαυτό μου. Πως οφείλω να προσπαθήσω να το πραγματοποιήσω. Φρονώ πως δεν υπάρχει πιο οδυνηρό τέλος για έναν άνθρωπο να πεθαίνει με ανεκπλήρωτα όνειρα κι όχι με αναμνήσεις. Το πρόβλημα είναι πως πολλές φορές τα όνειρά μας συγκρούονται ή ταυτίζονται μ’ αυτά άλλων. Τότε, πρέπει να λειτουργήσουν συνεργικά με τον στοχασμό και την κοινωνική συνείδηση.

«Όταν είσαι στην κόλαση, πρέπει να προχωρήσεις. Πρέπει να ανοίξεις και να ανοιχτείς για να σωθείς». Θεωρείτε πως είναι εύκολο κάτι τέτοιο για τον καθένα;

Είναι συνάρτηση του ψυχικού σθένους και της αποφασιστικότητας του κάθε ανθρώπου. Πρέπει να αποδεχτείς το πρόβλημά σου, να μην κρυφτείς απ’ αυτό, να βαδίσεις μπροστά και να στηριχτείς στους ανθρώπους σου -αυτό ακριβώς αναδεικνύει το συγκεκριμένο απόσπασμα και είναι από τις βασικές εστιάσεις του βιβλίου.

«Δεν είναι η αγάπη δύσκολη, οι άνθρωποι είναι. Ούτε κόντρα είναι, αλλά ταξίδι». Γιατί οι άνθρωποι το θεωρούν δύσκολο πολλές φορές το να συμπλεύσουν;

Δεν μπορούσα να το διατυπώσω πιο καθαρά και πιο όμορφα. Να αφήνεις στην άκρη τον εγωισμό σου και να αντλείς ευχαρίστηση από τον κάθε καινούριο τόπο που ανακαλύπτεις στον άλλον.

Τι σας κινητοποιεί στη συγγραφή;

Στην αρχή, το κίνητρο ήταν να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σ’ αυτό το πεδίο. Η θετική ανατροφοδότηση του πρώτου μου βιβλίου έβαλε αέρα στα πανιά μου να συνεχίσω. Τώρα πια, είναι μια εσωτερική ανάγκη να αποφορτίζομαι από τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις.

Έχει ειπωθεί πως η λογοτεχνία δεν σου λέει πως είναι οι άνθρωποι, αλλά σου δείχνει. Εσείς θεωρείτε πως ισχύει αυτό ή ξεγλιστράτε από τη ζωή σας, προκειμένου να γευτείτε μια άλλη;

Εγώ πλάθω τους ήρωές μου, είμαι υπεύθυνος γι’ αυτούς κι όχι για το πώς τους εκλαμβάνουν οι αναγνώστες. Δεν έχω την πρόθεση να νουθετήσω ούτε να δημιουργήσω πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς. Επειδή είμαι θιασώτης της αναγνωστικής απόκρισης, ο στόχος μου είναι μόνο να δώσω ερεθίσματα και ο αναγνώστης να διαμορφώσει αυτόβουλα τις αποφάσεις του. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, στο πλαίσιο της ρεαλιστικής απεικόνισης των ηρώων μου, ναι, μέσω της ενσυναίσθησης μπαίνω στο πετσί τους.

Ποιος ο ορισμός της συγγραφής για εσάς;

Η τέχνη του λόγου. Όλοι μπορούν να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά λίγοι μπορούν να διεκδικήσουν τον τίτλο του λογοτέχνη. Μια απλή εξιστόρηση μπαίνει από το ένα αυτί και βγαίνει από το άλλο. Μια λογοτεχνική απόδοση, όμως, χορδίζει συναισθήματα κι αφήνει απόνερα για καιρό στο μυαλό.

Πώς επιλέγετε πια ένα βιβλίο;

Κατόπιν συστάσεων φίλων, κι αφού πρώτα υποστούν «ανάκριση» πάνω στα κριτήρια που πρέπει, κατά την άποψή μου, να πληρούν τα έργα.

Ποιο βιβλίο θα θέλατε να είχατε γράψει;

Νομίζω πως διακατέχομαι από συγγραφικό εγωισμό. Κανένα. Θα ήθελα να γράψω μόνο αυτά που έχω στο μυαλό μου. Θαυμάζω και σέβομαι τους μεγάλους λογοτέχνες, αλλά χαράζω τον δικό μου δρόμο.

Ποιος ο ορισμός του καλού βιβλίου για εσάς;

Πρωτότυπη αφηγηματική τεχνική, τερπνή γλώσσα, ιδιαίτερο ύφος. Για μένα αυτά είναι τα βασικά συστατικά ενός απολαυστικού βιβλίου.

Ποια είναι τα επόμενα σας σχέδια συγγραφικά;

Επανέρχομαι στα παλιά μου «λημέρια». Μια νουβέλα. Θα δώσω μόνο μια εικόνα ενδεικτική του περιεχομένου της· ένας επαίτης στο πρωτοχρονιάτικο συσσίτιο του δήμου. Επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά και τα νέα μου «λημέρια», τις εκδόσεις Πνοή, που μου πρόσφεραν μια πολύ φιλόξενη και φιλική εκδοτική στέγη.

 

 

 

 

(Visited 11,833 times, 1 visits today)

Leave A Comment