Το χέρι του Θεού

Η Ελευθερία Μεταξά είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, της Δραματικής Σχολής Διομήδη Φωτιάδη και του τμήματος Δημοσιογραφίας του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών ΑΝΤ1. Εργάστηκε ως ηθοποιός, λαμβάνοντας μέρος σε θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές σειρές, ως ασκούμενη δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ως φιλόλογος σε φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης. Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων, με τη μετάφραση και την επιμέλεια βιβλίων και με μεταγλωττίσεις ξένων τηλεοπτικών σειρών. Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα  «Το χέρι του Θεού» , καθώς και την επανέκοδηςη του «Μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίνωας συναντηθήκαμε…

 

Τι «όπλισε» την πένα σας για να γράψετε το βιβλίο «Το χέρι του Θεού»;

Όλα ξεκίνησαν από μια τυχαία συζήτηση με φίλους σχετικά με τους ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι «βλέπουν» το μέλλον (καφετζούδες, χαρτορίχτρες, αστρολόγους, μέντιουμ κ.τ.λ,), εξαπατώντας τους ανθρώπους. Προσωπικά δεν πιστεύω σε τίποτε απ’ αυτά, θεωρώ όμως ότι υπάρχουν κάποιοι, ελάχιστοι βέβαια, που έχουν το χάρισμα της ενόρασης. Θυμήθηκα μάλιστα μια τσιγγάνα που έτυχε να συναντήσω πριν από πολλά χρόνια, η οποία, παρότι αρνήθηκα να μου πει τη μοίρα μου, άρχισε να μου μιλάει για πράγματα που μου είχαν συμβεί στο παρελθόν και για άλλα που θα μου συμβούν στο μέλλον (και… σας ορκίζομαι, δεν έπεσε έξω σε τίποτα!) Αυτό το περιστατικό γέννησε στο μυαλό μου τον χαρακτήρα του Γρηγόρη Σταθόπουλου, ενός ανθρώπου που γεννήθηκε με το χάρισμα της ενόρασης, ένα χάρισμα που λειτούργησε σαν κατάρα σε όλη τη σύντομη ζωή του. Ο Σταθόπουλος ήταν το έναυσμα για να γεννηθεί η ιστορία.

Τρεις νεκροί. Ένας εκ των οποίων -ο Γρηγόρης Σταθόπουλος- οραματίστηκε τον θάνατό του και ενημέρωσε τον αστυνόμο Μάνο Βαρσάμη, ο οποίος ωστόσο δεν τον πίστεψε. Τι έχουν να αντιμετωπίσουν ο αστυνόμος και η συνεργάτιδά του, Έλσα Γληνού;

Ο Μάνος Βαρσάμης και η Έλσα Γληνού θα βρεθούν αντιμέτωποι με έναν αρρωστημένα θρησκόληπτο δολοφόνο, ο οποίος θεωρεί πως πρέπει να απαλλάξει τον κόσμο από τους αμαρτωλούς. Έτσι, καίει ζωντανά τα θύματά του, αφήνοντας πλάι τους έναν φλεγόμενο σταυρό και μια Αγία Γραφή ανοιγμένη σε συγκεκριμένη σελίδα και με υπογραμμισμένο ένα απόσπασμα που αναφέρεται στο αμάρτημά τους.

Ποια σχέση έχουν με τα αποτρόπαια εγκλήματα με τη θρησκευόμενη μητέρα του Σταθόπουλου και τη φρικτά παραμορφωμένη αδελφή του;

Η Κυριακή Σταθοπούλου και η κόρη της Ευθυμία έχουν σχέση με το πρώτο θύμα, τον Γρηγόρη. Η Κυριακή, μια γυναίκα όχι απλώς θρησκευόμενη αλλά θρησκόληπτη, δεν ενέκρινε τον τρόπο ζωής του γιου της και θεωρεί τη δολοφονία του ως τιμωρία σταλμένη από τον Θεό. Ευθυγραμμίζεται με τις πεποιθήσεις του πνευματικού της, του πατέρα Χρυσόστομου, ο οποίος εμφανίζεται επίσης ως πολέμιος της αμαρτίας και εκφωνεί πύρινους λόγους κατά των αμαρτωλών, ενώ η κόρη της ζει απομονωμένη και βαδίζει στον δρόμο που εκείνη της υποδεικνύει.

Πρόκειται για να βιβλίο που μιλά για τη θρησκοληψία, για το πάθος για εκδίκηση και για τους προσωπικούς δαίμονες των ηρώων. Πόσο δύσκολο ή πόσο ιντραγκαδόρικο είναι να μιλήσει ένας συγγραφέας για όλα αυτά;

Η θρησκεία και ιδιαίτερα η θρησκοληψία είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία (τόσο την παλαιότερη όσο και τη σύγχρονη) εύκολα θα διαπιστώσουμε πόσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί η θρησκευτική πίστη για να διαπραχθούν ειδεχθή εγκλήματα κατά της ίδιας της ανθρωπότητας. Νομίζω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν να κρατήσω τις ισορροπίες και να μη θίξω το θρησκευτικό αίσθημα του αναγνώστη. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να πιστεύει ή να μην πιστεύει σε μια ανώτερη δύναμη, όμως όταν οι πεποιθήσεις του είναι ακραίες γίνεται επικίνδυνος για όσους έχουν αντίθετη  γνώμη.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα απαραίτητα «συστατικά» για ένα δυνατό αστυνομικό μυθιστόρημα, που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη;

Νομίζω πως απαραίτητα συστατικά για να κρατηθεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι η αληθοφάνεια και οι ανατροπές. Οι ήρωες πρέπει να είναι βαθιά ψυχολογημένοι, αλλά ταυτόχρονα άνθρωποι καθημερινοί, από αυτούς που ο καθένας μπορεί να συναντήσει στη ζωή του. Όλα τα γεγονότα χρειάζεται να δικαιολογούνται και να τεκμηριώνονται, δίχως να αφήνεται το παραμικρό στην τύχη. Γι’ αυτό, φυσικά, απαιτείται να προηγηθεί ενδελεχής έρευνα, καθώς αν στην ιστορία υπάρχουν ανακρίβειες, ο αναγνώστης θα νιώσει πως ο συγγραφέας προσπαθεί να τον κοροϊδέψει. Ειδικά οι ανατροπές είναι ένα στοιχείο που χρειάζεται προσοχή. Αν η ανατροπή γίνεται μόνο και μόνο για να ξαφνιαστεί και να αιφνιδιαστεί ο αναγνώστης δίχως όμως να αιτιολογείται και να εξηγείται, τότε νομίζω πως χάνει τον ρόλο της.

Στο βιβλίο «Μαύρα σαν τον Έβενο μαλλιά» η απαγωγή της Λένας Βαρλάμη θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου;

Η απαγωγή της Λένας Βαρλάμη είναι η αφορμή να βγουν στο φως καλά κρυμμένα μυστικά και λάθη των πρωταγωνιστών. Παράλληλα, όμως, αποτελεί το έναυσμα για να επανέλθει η Έλσα Γληνού όχι μόνο στην ενεργό δράση αλλά και στην ίδια τη ζωή.

Για ποιον λόγο η Έλσα Γληνού αρνείται να βγει από τη σκοτεινή άβυσσο στην οποία έχει βυθιστεί αφότου έχασε τον σύζυγο και την κόρη της και δε θυμίζει πλέον σε τίποτα τη δυναμική γυναίκα που συνέβαλε παλιότερα στην εξιχνίαση αποτρόπαιων εγκλημάτων;

Η Έλσα κουβαλάει στην ψυχή της τις τύψεις για τον θάνατο του συζύγου και της κόρης της. Τα δύο αγαπημένα της πρόσωπα δολοφονήθηκαν από κάποιον που είχε οδηγήσει παλιότερα η ίδια στη δικαιοσύνη κι εκείνος αποφάσισε με αυτόν τον τρόπο να την εκδικηθεί. Από τότε η ζωή της τελείωσε. Απομακρύνθηκε από τους φίλους της, κλείστηκε στον εαυτό της και αναζήτησε παρηγοριά στο αλκοόλ, περιμένοντας απλώς τη μέρα που ο θάνατος θα την ξαναφέρει κοντά στον Αντρέα και στην Κάτια.

Με αφορμή την απαγωγή του κοριτσιού με τα μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά θα αναγκαστεί η Γληνού να έρθει αντιμέτωπη με το παρελθόν της;

Η Έλσα, για να καταφέρει να βρει τους απαγωγείς της μικρής Λένας, θα πρέπει καταρχάς να αντιμετωπίσει το ίδιο της το παρόν. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, καθώς η εξάρτησή της απ’ το αλκοόλ είναι απόλυτη, εμποδίζοντάς την να σκεφτεί καθαρά και να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που της στέλνουν οι απαγωγείς, παίζοντας μαζί της το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού. Το εγχείρημά της θα γίνει ακόμα δυσκολότερο, όταν ζωντανέψουν ξαφνικά και αναπάντεχα οι εφιάλτες του παρελθόντος, βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο όχι μόνο τη μικρή Λένα αλλά και την ίδια την Έλσα..

Τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων είναι άψογα δοσμένα στο συγκεκριμένο βιβλίο. Ποιο είναι το «κλειδί» για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Θεωρείτε πως γράφοντας «σκοντάφτετε» στην αλήθεια των χαρακτήρων και των πράξεων των ηρώων σας;

Καταρχάς, σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Η αλήθεια είναι ότι δίνω μεγάλη σημασία στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων, καθώς τη θεωρώ πολύ σημαντικό κομμάτι του μυθιστορήματος. Προσπαθώ πάντα να μπαίνω στη θέση κάθε ήρωα, να ανακαλύπτω τα κίνητρα των πράξεών του, να σκέφτομαι ποιες θα ήταν οι δικές μου αντιδράσεις αν ήμουν εκείνος. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο θέμα με έχουν βοηθήσει πολύ οι σπουδές μου στην υποκριτική, καθώς ο ρόλος του συγγραφέα μοιάζει πολύ μ’ αυτόν του ηθοποιού. Για να ζωντανέψει ένας ηθοποιός στη σκηνή κάποιον χαρακτήρα, πρέπει πρώτα να ταυτιστεί μαζί του, να τον ανακαλύψει, να τον καταλάβει. Μάλλον λειτουργώ περισσότερο ως ηθοποιός και λιγότερο ως συγγραφέας όταν επιχειρώ να κατανοήσω την ψυχολογία των ηρώων μου.

Οι πολλές ανατροπές κατέστησαν την πλοκή πολύ συναρπαστική. Είχατε το συγκεκριμένο τέλος στο μυαλό σας από την αρχή ή άλλαξε κάτι στην πορεία;

Στο συγκεκριμένο βιβλίο το τέλος το γνώριζα από την αρχή της ιστορίας και οδήγησα την πλοκή σ’ αυτό. Η δυσκολία ήταν να ανακαλύψω τα περιστατικά που θα έδεναν την πλοκή και θα δικαιολογούσαν το τέλος που είχα προαποφασίσει για το μυθιστόρημα.

Σε ποια ηλικία έγιναν οι πρώτες συγγραφικές σας προσπάθειες, ποιο ήταν το έναυσμα και πώς τις διαχειριστήκατε;

Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Επειδή ως παιδί ήμουν πολύ κλειστή -έως αντικοινωνική, θα μπορούσα να πω- η γραφή αποτέλεσε για μένα τον τρόπο να εκφράσω όσα δεν μου επέτρεπε ο χαρακτήρας μου. Ήταν το καταφύγιό μου. Στην αρχή έγραφα σκόρπιες σκέψεις, μετά στίχους, έπειτα μικρές ιστορίες. Μεγαλώνοντας κατάφερα να καταπολεμήσω τη συστολή μου, αλλά το γράψιμο παρέμεινε αγαπημένη συνήθεια. Βέβαια, όλα όσα έγραφα παρέμεναν κλειδωμένα στα συρτάρια του γραφείου μου, αφού δεν έβρισκα το θάρρος να τα δείξω σε κανέναν, πόσο μάλλον να στείλω κάτι σε εκδοτικό οίκο. Μάλλον φοβόμουν την απόρριψη, δεν μπορούσα να τη διαχειριστώ. Κάποια στιγμή, με αφορμή μια πολύ σοβαρή περιπέτεια υγείας που αντιμετώπισα, συνειδητοποίησα ότι αν όντως ήθελα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου, έπρεπε να πάψω να φοβάμαι. Έτσι, και μετά από προτροπή της αγαπημένης μου αδελφής, της Υπατίας, έστειλα το πρώτο μου βιβλίο στις εκδόσεις Ωκεανός. Το 2012 κυκλοφόρησε το «Όταν μιλούν τα φεγγάρια» κι έκτοτε συνεχίζω αυτό το υπέροχο ταξίδι στον κόσμο της συγγραφής.

Ποια εσωτερική ανάγκη σας θεωρείτε πως καλύπτει η συγγραφή;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω να σας δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Αν μου κάνατε την ίδια ερώτηση όταν ήμουν έφηβη, θα σας έλεγα πως γράφω όσα δεν μπορώ από συστολή να μοιραστώ με άλλους. Τώρα, όμως; Τώρα είναι απλώς μια ανάγκη που δεν έχει συγκεκριμένο όνομα, είναι κάτι που πηγάζει από μέσα μου και με σπρώχνει να σκαρώνω ιστορίες.

Ποιοι συγγραφείς σας εμπνέουν;

Πηγή έμπνευσης, όχι όμως για τη συγγραφή αλλά για τη ζωή γενικότερα, είναι για μένα τα βιβλία του Καζαντζάκη, ιδιαίτερα η «Ασκητική». Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας που με εμπνέει, αφού έχω αντλήσει στοιχεία και έχω διαμορφώσει το δικό μου ύφος γενικά από τα διαβάσματά μου. Αν και γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα, οι αγαπημένοι μου συγγραφείς -με εξαίρεση την Αγκάθα Κρίστι και τον Γιάννη Μαρή- δεν ανήκουν σ’ αυτό το είδος. Αγαπώ πολύ τον Ηλία Βενέζη, τη Διδώ Σωτηρίου, τον Αντώνη Σαμαράκη, τη Ζωρζ Σαρρή, τον Τζον Στάινμπεκ, τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ και -φυσικά- τον Νίκο Καζαντζάκη. Γενικά, αν και διαβάζω πολύ σύγχρονη λογοτεχνία και ξεχωρίζω πολλούς συγγραφείς, τόσο Έλληνες όσο και ξένους, επιστρέφω πάντα σε λογοτέχνες παλαιότερων γενεών, που εξακολουθούν όμως να είναι διαχρονικοί και να με συγκινούν με τα έργα και τις ιδέες τους.

Ποια βιβλία διαβάσατε πρόσφατα και μας προτείνετε να διαβάσουμε;

Δυστυχώς, αυτήν την περίοδο δεν προλαβαίνω να διαβάσω πολύ, γιατί ασχολούμαι με την έρευνα και τη συγγραφή του νέου μου μυθιστορήματος. Ωστόσο, ένα βιβλίο που διάβασα μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων ήταν το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Λίλυ Γκράχαμ «Το παιδί του Άουσβιτς», από τις εκδόσεις Μίνωας, το οποίο σας προτείνω ανεπιφύλακτα!

Πώς σας επηρέασε η πανδημία και ποιο είναι το αντίδοτό σας;

Εννοείται ότι η καθημερινότητά μου έχει αλλάξει πολύ και ότι προσπαθώ να ακολουθώ πιστά τα μέτρα που εξαγγέλλονται. Φυσικά έχει επηρεαστεί η διάθεσή μου, ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, όχι τόσο γιατί έχω στερηθεί τις εξόδους αλλά επειδή δεν μπορώ να δω τους φίλους μου, να τους αγκαλιάσω, να τους φιλήσω, να μαζευτούμε όλη η παρέα σε ένα σπίτι και να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να πιούμε μαζί ένα ποτό. Πέρα από την έρευνα και τη συγγραφή, που με βοηθούν να ξεχνιέμαι, ασχολούμαι πολύ με τη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική και διάφορα μαστορέματα (πρόσφατα έβαψα τα ντουλάπια της κουζίνας μου, παρά τις αντιρρήσεις του άντρα μου που φοβόταν ότι η «επιχείρηση ανακαίνιση» θα κατέληγε σε Βατερλώ), γυμνάζομαι (καθώς η ενασχόληση με τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, όσο δημιουργική κι αν είναι, ανεβάζει κατακόρυφα την άτιμη τη ζυγαριά), τακτοποιώ ξανά και ξανά όλα τα συρτάρια, τις ντουλάπες και τα ντουλάπια του σπιτιού, γενικά προσπαθώ να ασχολούμαι διαρκώς με κάτι. Το βράδυ καθόμαστε με τον άντρα μου και τον γιο μου και παρακολουθούμε ταινίες ή παίζουμε επιτραπέζια. Η αλήθεια είναι ότι επιτέλους βρήκαμε την ευκαιρία να περάσουμε μαζί δημιουργικό χρόνο, κάτι που πριν την καραντίνα συνέβαινε μόνο το Σαββατοκύριακο λόγω των υποχρεώσεων που είχε ο καθένας. Νομίζω πως απ’ αυτήν την τόσο δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε όλοι, βγήκε τελικά και κάτι καλό: ανακαλύψαμε ξανά ότι το σπουδαιότερο πράγμα είναι οι ζεστές, ανθρώπινες σχέσεις, αναθεωρήσαμε πολλά πράγματα για τη ζωή και τις επιλογές μας και γνωρίσαμε καλύτερα τον ίδιο μας τον εαυτό. Όταν επιστρέψουμε στην κανονικότητα, σίγουρα θα είμαστε πολύ διαφορετικοί.

Ετοιμάζετε κάτι αυτόν τον καιρό το οποίο θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Έχω ξεκινήσει το επόμενο μυθιστόρημά μου, το οποίο όμως, επειδή σε μεγάλο μέρος του βασίζεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας, απαιτεί πολύ περισσότερη έρευνα απ’ αυτή που έκανα στα προηγούμενα βιβλία, για να αναπαρασταθεί πιστά εκείνη η εποχή και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων. Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, στο παρελθόν και στο παρόν, με πρωταγωνιστές και πάλι τους αγαπημένους μου Μάνο Βαρσάμη και Έλσα Γληνού.

 

(Visited 20,808 times, 1 visits today)

Leave A Comment