To Γονεοτροφείο του Χρήστου Δασκαλάκη

Τον Χρήστο Δασκαλάκη είχα την τιμή να τον γνωρίσω πριν από λίγα χρόνια με αφορμή το προηγούμενό του βιβλίο «Η Χιονονιφάδα που αγάπησε το καλοκαίρι», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγκυρα μεταφέρθηκε και στο θέατρο. Περιττό να αναφέρω πως το είδαμε δύο φορές, καθώς τόσο τα νοήματά του όσο και το εξαιρετικό καστ μας μάγεψαν. Αυτήν τη φορά θα συνομιλήσουμε με αφορμή το νέο του βιβλίο, το «Γονεοτροφείο» που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άγκυρα, σε εικονογράφηση Βασίλη Παπατσαρούχα .

 

Κύριε Δασκαλάκη, πότε νιώσατε την ανάγκη της έκφρασης μέσω της συγγραφής;

Θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα να γράφει και να τραγουδάει ως παιδί. Στο σπίτι δε μιλούσα καθόλου, στο σχολείο ελάχιστα. Φίλους δεν είχα και έτσι, όταν έβρισκα την ευκαιρία, απομακρυνόμουν στη φύση και τραγουδούσα μόνος, δημιουργώντας μελωδίες και στίχους ανάλογα με τις εικόνες που αντίκριζα μπροστά μου. Επειδή, όμως, δεν μπορούσα να είμαι συνέχεια εκτός σπιτιού, αναγκάστηκα όλους αυτούς τους στίχους να τους αποτυπώνω κρυφά στα διάφορα τετράδια και στα περιθώρια των βιβλίων μου. Αυτό ξεκίνησε στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού.

Και πως στραφήκατε στη συνέχεια στη συγγραφή παραμυθιών;

Ως ένα μοναχικό παιδί, όχι από επιλογή, ξεκίνησα να έχω «φανταστικούς φίλους» και να ζω διάφορες ιστορίες μαζί τους. Η φαντασία μου κάλπαζε. Έψαχνα τρόπους να μη σκέφτομαι την καθημερινότητά μου. Και κάπως έτσι, από την ανάγκη μου να ζήσω τη χαμένη μου παιδική ηλικία, ξεκίνησα να γράφω παραμύθια. Δεν ήξερα βέβαια αν θα τα καταφέρω κι αν θα αποκτούσα όσα μου έλειψαν, αλλά σαν από θαύμα, έστω και αργά, το όνειρο  πραγματοποιήθηκε.

Τι αποτέλεσε το κίνητρο για να εμπνευστείτε το «Γονεοτροφείο»;

Ήταν πάλι εκείνη η ίδια ανάγκη για έκφραση, για δικαίωση και αγάπη. Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά είναι εύκολο να καταλάβουν τι με οδήγησε στη συγγραφή αυτού του παραμυθιού. Είναι ξανά ένα είδος «εξομολόγησης», ντυμένης με χιούμορ, με ζαβολιές, με χαρά και αγάπη. Με δυσκολεύει αρκετά ακόμα και τώρα να ομολογήσω στον εαυτό μου το κίνητρο γι’ αυτό το βιβλίο. Σημασία έχει ότι στο παρόν με γεμίζει με περηφάνια και με κάνει να χαμογελώ.

Γνωρίζοντας τις δυσκολίες που είχατε ως παιδί, είναι ο Παύλος μια εναλλακτική εκδοχή του εαυτού σας;

Θα ήθελα πολύ να ήμουν σαν τον Παύλο σε εκείνη την ηλικία. Εκείνος είναι πιο δυνατός ως παιδί, πιο κοινωνικός και γεμάτος αυτοπεποίθηση. Το μόνο κοινό μας σημείο ήταν η επιθυμία για λίγη προσοχή και μια φιλόξενη αγκαλιά. Η Φώφη και ο Φώτης συμβολίζουν ένα κομμάτι της κοινωνίας μας που μένει στα «πρέπει» και τα «θέλω» του κόσμου.

Πιστεύετε ότι η συμπεριφορά τους μπορεί να αλλάξει μέσα από όσα βίωσαν στο Γονεοτροφείο;

Φοβάμαι πως όχι. Θέλει πολλή δύναμη να αντισταθείς στα «πρέπει» του κόσμου. Όλοι περιμένουν κάτι από εμάς και όλοι μας συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε την εικόνα που οι άλλοι έχουν για εμάς. Η Φώφη και ο Φώτης, αν και  υπέροχοι σαν ήρωες, δεν είχαν το σθένος να αντισταθούν. Παγιδευτήκαν σε αυτό που περίμεναν οι άλλοι από εκείνους…

Το «Γονεοτροφείο» είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους, με αποτέλεσμα να μας αγγίζει όλους. Ήταν αυτός ο πρωταρχικός σας στόχος;

Ήταν ξεκάθαρα ο πρωταρχικός μου στόχος. Ήθελα, κυρίως οι μεγάλοι, να βρουν κάτι δικό τους μέσα στην ιστορία. Να νοσταλγήσουν, να συγκινηθούν, να διασκεδάσουν, να βρουν ξανά τον εαυτό τους σαν παιδί.

Πόσο εύκολο τελικά είναι να δώσεις αγάπη σε ένα παιδί που βιολογικά δεν είναι δικό σου;

Προσωπικά πήρα πολλή αγάπη από ένα ζευγάρι ανθρώπων που δεν ήταν οι βιολογικοί μου γονείς. Για όσα χρόνια ήμουν κοντά τους δεν κατάλαβα καμία απολύτως διαφορά. Δε θα το άλλαζα με τίποτα, παρά τις όποιες συνέπειες  είχε αυτό στη μετέπειτα ζωή μου.

Τι συμβολίζει η φευγαλέα αλλά σημαντική αναφορά στο βιβλίο σας στη διευθύντρια και στο γάτο της, τον Γκαστόνε; Σχετίζεται η μνεία με όσους προσφέρουν από θέσεις «αθέατες», αλλά τόσο σημαντικές στην κοινωνία μας;

Η διευθύντρια ήταν ένας είδος φύλακα αγγέλου. Εκπροσωπεί την εκπαίδευση, το δίκαιο, το σεβασμό, την προσοχή, την αγάπη, το ενδιαφέρον προς τους άλλους. Είναι όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν μια «ηρωίδα» μητέρα ή μια ακούραστη δασκάλα. Ο Γκαστόνε και η ζαβολιά του Παύλου συνιστούν μια ευκαιρία για συζήτηση και περισυλλογή γύρω από τα ζώα, τη φύση και το σεβασμό που τους αρμόζει. Η ωριμότητα του Παύλου στο τέλος ξαφνιάζει τον αναγνώστη. Η αυθόρμητη, ωστόσο, συμπεριφορά του μας  υπενθυμίζει ότι είναι μόνο ένα παιδί.

Πόσο δύσκολο θεωρείτε πως είναι να ισορροπήσει κάποιος με το παιδί μέσα του;

Το παιδί μέσα μας είναι ένα τεράστιο κομμάτι μας που απλά κοιμάται. Αν κρατήσουμε τα θετικά μόνο  χαρακτηριστικά του, μόνο κερδισμένοι θα βγούμε. Σας ενήλικες έχουμε πλέον τη δύναμη να αξιοποιήσουμε σωστά την ανάγκη του για επανάσταση, για αυθορμητισμό, για εμπειρίες και ζωή.

Τελικά τι απέγιναν η Φώφη και ο Φώτης; Να περιμένουμε Γονεοτροφείο Νο 2;

Η Φώφη και ο Φώτης νομίζω έμειναν πίσω στο Γονεοτροφείο για πολύ καιρό ακόμη. Η δική τους ανάγκη για προσοχή έφερε τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά του Παύλου. Και αυτό γιατί η επιλογή δεν ήταν καθαρά δική τους. Αν είχαν ακολουθήσει τη φωνή της δικής τους μόνο καρδιάς δε θα χρειαζόταν να πάνε ποτέ στο Γονεοτροφείο. Τώρα, όσον αφορά ένα δεύτερο μέρος της ιστορίας, δεν ξέρω. Σας εκμυστηρεύομαι, όμως, πως  συζητιέται η πιθανότητα της μεταφοράς του «Γονεοτροφείου» στο θεατρικό σανίδι.

Θεωρείτε την κοινωνία μας έτοιμη να υποδεχθεί στην πραγματικότητα ένα Γονεοτροφείο;

Μα φυσικά! Είναι υπέροχο που ακούω τόσους γονείς να το συζητούν και να εύχονται να υπήρχε. Η κοινωνία μας πάλι δεν ξέρω αν θα ήταν έτοιμη. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, θα έμπαινε πάλι στη μέση το τεράστιο βουνό της γραφειοκρατίας. Ευτυχώς, όμως, όλοι οι υπέροχοι γονείς που είναι εκεί έξω θα το αγκάλιαζαν με αγάπη.

Είστε άνθρωπος που έχει μέσα του πολλή αγάπη να δώσει. Αν τελικά υπήρχε ένας τέτοιος χώρος, θα τον  επισκεπτόσασταν όπως έκαναν η Αλίκη και ο Αλκαίος;

Δύσκολη ερώτηση… Υποθετικά ναι, θα το ήθελα πολύ! Πολύ περισσότερο από όσο φοβάμαι να ομολογήσω.

Ξέρουμε ότι η σχέση σας με τα παιδιά είναι καταπληκτική, σχεδόν μαγική θα λέγαμε. Εάν μπορούσατε να διαλέξετε έναν «ρόλο» μέσα στο παραμύθι σας, ποιος θα ήταν και γιατί;

Ως ενήλικας, θα διάλεγα του Αλκαίου. Ως παιδί, του Παύλου. Και σίγουρα θα έκανα τα πάντα για να είχα τον Αλκαίο ως μπαμπά μου.

Στο τέλος του βιβλίου ο Παύλος ρωτά τους μελλοντικούς γονείς του: «Εσείς τι θέλετε από ένα παιδί;». Αν  γινόσασταν και πάλι παιδί, τι θα ρωτούσατε τώρα τους γονείς σας;

Νομίζω θα έκανα ακριβώς την ίδια ερώτηση και θα παρακαλούσα να λάβω την ίδια ακριβώς απάντηση που έδωσαν ο Αλκαίος και η Αλίκη στον Παύλο: «Να με αγαπούν όπως είμαι, για αυτό που είμαι, από σήμερα και για πάντα…»

Γνωρίστε τον συγγραφέα μέσα από το προσωπικό του προφίλ στο Instagram: @ChristosDaskalakis

Η Βικτωρία Αλεξίου διατηρεί τον βιβλιοφιλικό λογαριασμό στο Instagram @alexiouvictoria

(Visited 4,513 times, 1 visits today)

Leave A Comment